Τουρκοκρατία
  • Εγγραφή

1821 Γεναρίου 17. Πύργος.

Την σήμερον φανερόνομεν εμείς υποκάτωθεν γεγραμμένοι εγώ Ρέσαγας Μπαϊραχτάρης μαζί με τα ανιψίδια μου του Ραχμεταλή Μέταγα Μπαϊραχτάρη παιδιά του Χουσεΐναγα και Μουλαμουσταφά και Σουλεϊμάνη ότι με το να είχαμε το τζιφλίκι το χωριό μας Ρετεντού με καλήν μας ευχαρίστησιν και θέλησιν το πουλήσαμεν του κυρ Κωνσταντή Γιαννόπουλου τόσον το χωρίον ωσάν και περιοχή του ως είν’ τα σύνορά του όπου το ξεχωρίζομεν από σύνορον εις σύνορον της Μαύρης Λίμνας και τον κατήφορον την μάνα και το Σοπέϊκο σύνορον και ίσια με του Κατρέβα το σύνορον έως το Ρωμεσέϊκον και τον ανήφορον το οβριολάγκαδον και σύνορο Μπεσερέϊκα και φεγκαρέϊκο και γυρίζει την χοντροκουμαριά και βγαίνη στων καλογέρων το σύνορον και τον ανήφορον έως όπου βγαίνει στη Μαύρη Λίμνα είν’ το σύνορον άγριον  και ήμερον και κουτζο-Μολίτου το οποίον χωρίον και με κονάκι του και μαγαζί του και τοποθεσίες του το επουλήσαμεν του κύρ Κωνσταντή Γαιννόπουλου δια γρόσια σαράντα δύο χιλιάδες και μισή Νο 42.500 από τα οποία άσπρα ελάβαμεν επί χείρας γρόσια τριάντα δύο και μισή Νο 32.500. δια δε τις δέκα χιλιάδες γρόσια οπού μας μένει του χρεωστούμεν με τεμεσούκια μας και ετευτεριάστη και με το να μην έγιναν τα χαρτιά κατά τον συνήθιον τα ταπιά και οτζετιά οπού ο σπαής μας Ιζάτ μπέης εφέντης μας έχει τον Κιαμήλμπεην[1] εφέντην μας βεκίλην εις την Κόρινθον και με το να μην έχομεν τον καιρόν δια να πάμε τώρα εις την Κόρινθον για να γένουν τώρα τα ταπιά του, ωε το συνήθιον οπού είναι, εμείναμεν ευχαριστημένοι και τα δύο μέρη όπου περάσοντας η Λαμπρή τους πέντε ημέρες ύστερα κινάμεν εμείς οι πωλητάδες και αγοραστής να πηγαίνομεν στην Κόρινθον να γένουν τα άσιλη χαρτιά του ταπιά και οζέτια από τον σπαήν μας και γυρίζοντας οπίσω

κάνοντας τους λογαριασμούς μας ή να μας δώση ή να του δίδωμεν και δια καλήν του σιγουριά του κύρ Κωνσταντή Γιαννόπουλου του δίδομεν  το παρόν μας τεμεσούκι ως να είναι ταπί και οζέτι και με τις βούλες μας και με τους αξιόπιστους μάρτυρας και να είναι κύριος και καθολικός νοικοκύρης τόσον ο κύρ Κωνσταντής ωσάν και οι κληρονόμοι του και ότι βοδιάτικα ή και δάνεια έχει δοσμένα των ραγιάδων είναι ξεχωριστά κατά τα τεμεσούκια του οπού του χρεωστάγει κάθε ραγιάς τα λαβαίνει όλα και εμείς εγίναμεν ξένοι και αποξένοι και να ζήση και εκείνος και τα παιδιά του να το χαρή αιωνίως ως θέλη και βούλεται και ούτω εδόθη το παρόν εις χείρας του κύρ Κωνσταντή Γιαννόπουλου δια συγουριτά του υποβεβαιώμενοι και με τις βούλες μας και μάρτυρας.

 

 

Ρέσαγας Μπαϊραχτάρης (Τ.Σ.)

Χουσαΐναγας Μπαϊραχτάρης (Τ.Σ.)

Μουσταφάς Μπαϊραχτάρης (Τ.Σ.)

Σουλεϊμάνης Μπαϊρακταρόπουλος μη έχοντας βούλα βάνω το δάκτυλόν μου δια βούλα (δακτυλικό αποτύπωμα).

Μουσταφά εφένδης βοϊβόντας Γαστούνης (Τ.Σ.)

Φεουζούλαγας Λελές (Τ.Σ.)

Σαλικεφέντης Λελές (Τ.Σ.)

Ντερβίς Μπουλούμπασης (Τ.Σ.)

 

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ:

Άσιλη = οριστικά, επίσημα.

Βεκίλης = αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος.

Βούλα = σφραγίδα.

Ετευτεριάστη = κατεχωρήθη στο τευτέρι η δευτέρι ή κατάστιχον.

Οτζέτι, Χοτζέτι = επίσημος τίτλος ιδιοκτησίας.

Σπαής ή σπαχής = έφιππος στρατιώτης.

Ταπί = επίσημος τίτλος ιδιοκτησίας.

Τεμεσούκι = προσύμφωνο.


[1] Ο Κιαμήλ-μπεης ήταν ο πλουσιότερος Τούρκος του Μοριά και ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ανατολής στις αρχές του 18ου αιώνα. Καταγότανε  από μεγάλη και πλούσια οικογένεια. Γιος του Χαλήλμπεη, ο Κιαμήλ είχε πολλά σεράγια στην κατοχή του, απέραντα τσιφλίκια και αμύθητους θησαυρούς κρυμμένους στο κάστρο.  Τη διοίκηση του κάστρου είχε η μητέρα του Κιαμήλ, Νουρή Μπεγίνα.

Στις 23 Απριλίου 1821 ο Γιώργος Χελιώτης, έλυσε την πολιορκία, αφού έβαλε φωτιά στο σεράι του Κιαμήλ-μπεη καθώς και σε άλλα τούρκικα αρχοντικά, που βρίσκονταν εκτός κάστρου. Ο Κεχαγιά-μπεης έκαψε εκκλησίες και ελληνικά σπίτια. Η Νουρή Μπεγίνα διέταξε να γκρεμίσουν από τον Ακροκόρινθο τον Αντρίκο Νοταρά, για αντίποινα.

Σε ένα μήνα, το Μάιο του 1821, ξεκίνησε η δεύτερη πολιορκία του Ακροκόρινθου. Επικεφαλείς των πολιορκητών ήταν ο Αναγνώστης Πετμεζάς από τα Καλάβρυτα και ο Κωστής Μεθενίτης από την Ύδρα.

Ο Κιαμήλ-μπεης όλο εκείνο το διάστημα έμενε στην Τρίπολη για μεγαλύτερη ασφάλεια. Μετά την πτώση της Τρίπολης, πιάστηκε αιχμάλωτος στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 και μεταφέρθηκε στο ελληνικό στρατόπεδο στα Εξαμίλια, γιατί η πολιορκία του Ακροκόρινθου συνεχιζόταν. Ο Κιαμήλ, αν και δεχόταν πιέσεις από τους Έλληνες οπλαρχηγούς, αρνιόταν να παραδώσει τον Ακροκόρινθο.

Τότε ο Κολοκοτρώνης έπεισε τους 600, από τους 800 Τούρκους που υπήρχαν μέσα στο κάστρο, να το εγκαταλείψουν με την εγγύηση ότι θα μπορούσαν να φύγουν στην πατρίδα τους με τον οπλισμό τους, αφού πρώτα θα περνούσαν με Ελληνικά καράβια απέναντι στην ακτή της Ρούμελης.

Ο Κιαμήλ αναγκάστηκε τότε να υπογράψει την παράδοση του κάστρου στις 14 Ιανουαρίου 1822. Ο Ασλάν-μπέης παρέδωσε τα κλειδιά του Ακροκόρινθου στον Κολοκοτρώνη, που έφτασε εκεί με 300 άντρες. Μετά ο Κιαμήλ μεταφέρθηκε σε φυλακή που υπήρχε στον Ακροκόρινθο.

Η Κόρινθος παρέμεινε Έδρα της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας μέχρι το Μάιο του 1822, που εμφανίστηκε ο Δράμαλης με τη στρατιά του.

Δυστυχώς η φύλαξη του κάστρου, ανατέθηκε στον άπειρο και ανάξιο Ιάκωβο Θεοδωρίδη ή «Αχιλλέα». Ο Θεοδωρίδης, όταν είδε τα τούρκικα στρατεύματα στις 6 Ιουλίου 1822 πανικοβλήθηκε και έδωσε εντολή να σκοτώσουν τον Κιαμήλ (που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όμηρος), τράβηξε το φυτίλι που θα ανατίναζε την μπαρουταποθήκη και έφυγε με 150 άνδρες για την Επίδαυρο από την Τενεατική πύλη. Έτσι ο Ακροκόρινθος, η μπαρουταποθήκη και ο θησαυρός του Κιαμήλ, έμειναν δώρο στους Τούρκους. Στις 8 Ιουλίου 1822, ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης, ανέβηκε χωρίς αντίσταση στο κάστρο. Ο Δράμαλης, παντρεύτηκε τη χήρα του Κιαμήλ και πήρε προίκα τον αμύθητο θησαυρό του, 40.000 πουγκιά με χρυσά και ασημένια νομίσματα. Στις  12 Ιουλίου 1822 ο Δράμαλης έφυγε για την Τρίπολη.

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
237
Άρθρα
919
Εμφανίσεις Άρθρων
12465047

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 68 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Accordion Menu

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα