Καλώς ορίσατε στην αρχαιότερη ιστοσελίδα της Ηλείας, στο Αντρώνι και στην Ορεινή Ηλεία.

Είναι οι κατάφυτες διαδρομές μέσα στις βελανιδιές και στα πλατάνια στο κέντρο της Κάπελης με τις απόκρημνες πλαγιές, τα σκιερά φαράγγια με τις πολλές σπηλιές, τους καταρράκτες, τους νερόμυλους και τις νεροτριβές, με τις δροσερές πηγές και τα καθαρά ποτάμια... Με τα πετρόχτιστα σπίτια, τα νόστιμα φαγητά και το καλό κρασί, τα αρχοντικά γλέντια και τους φιλόξενους κατοίκους.

Πλιέγκας (1900-1978), 40 χρόνια από το θάνατό του

Γεννήθηκε στο Αντρώνι το 1900 από τον Αργύρη Παπαντώνη και την Ελένη Παπούλια[1] (Ρούσου), από το Κούμανι. Η Ελένη η μάνα του, ήταν μια πανέμορφη γυναίκα που άφησε όνομα στην περιοχή. «Σαν την Ελένη» έλεγαν. Αδέλφια της ήταν η Γιαννούλα[2], η Καλλιόπη[3], η Χρυσάνθη[4] και ο Βασίλης[5].

Η Ελένη όπως είπαμε, παντρεύτηκε τον Αργύρη Παπαντώνη (Πλιέγκα), με απογόνους τον Κώστα (Κωστάκη Πλιέγκα)- Παπαντωνόπουλο (που δεν είχε παιδιά) και τον Νικόλα (Πλιέγκα) Παπαντώνη που έκανε τον Αργύρη[6], τον Γιώργη[7] και τον Θοδωρή, από όπου προέρχεται και η αφεντιά μας. Τα παιδικά χρόνια του Κωστάκη του Πλιέγκα ήταν πολύ δύσκολα με μεγάλη φτώχεια.

Σχολείο[8] πήγε το 1907 απευθείας στο καινούριο, δυο τρεις τάξεις μόνο και έμαθε γραφή, ανάγνωση και αριθμητική. Η κύρια ασχολία του ήταν η γεωργία και από μικρός ως νέος δούλευε αξίνα στον κάμπο, από ήλιο σε ήλιο και έπαιρνε τότενες 2 δραχμές την ημέρα. Μας είχε αφηγηθεί πολλές ιστορίες και από την θητεία του στο στρατό, αφού συνέπεσε με την Μικρασιατική καταστροφή.

Παντρεύτηκε την Αγγελική (1908-2001) την πρωτότοκη κόρη του Δημήτρη Παπαντώνη[9] (Μπούκη). Την οποία έκλεψε[10] δύο φορές. Την πρώτη φορά, τον έκλεισαν στη φυλακή για αποπλάνηση ανηλίκου. Ωστόσο δεν τον πείραξε η φυλακή, αλλά ότι τον "κούρεψαν", πράγμα που θεωρείτω για την εποχή μεγάλη προσβολή. Όταν βγήκε, δεν έκατσε έτσι, έψαξε και βρήκε αυτόν που τον πρόδωσε και του ανταπέδωσε, κούρεμα με το προβατοψάλιδο.

Ο Μπούκης, ο μετέπειτα πεθερός του, δεν του έδινε την τσούπα του, την Αγγέλω, διότι ήταν φτωχός. Προσδοκούσε να βρει πλούσιο γαμπρό. Τον ειδοποίησε όμως (ο Πλιέγκας) με τον προξενητή, ότι αν δεν τη δώσει με το καλό, θα την κλέψει... και όντως την έκλεψε! Για να την πάρει πίσω (ο πατέρας της) συγκέντρωσε πολλά άτομα από το χωριό, με αρχηγό το Λουβίκη (πατέρα της θειάς Τασίας). Πιθανόν ο Πλίεγκας την είχε κρύψει σε κάποιο σπίτι στη Μποκοβίνα, που ήταν και οι συγγενείς του.Τον φωνάζει ο Λουβίκης λέγοντάς του:

-Δώσε μας το κορίτσι να μην έχουμε περαιτέρω φασαρίες!

-Θα σας τη δώσω του απάντησε με την προϋπόθεση ότι αν δε θέλει να έλθει σε σας, να μου την αφήσετε διότι εγώ θα σας την ξανακλέψω!

-Θέλω όμως να ξέρετε ότι δεν την «ατίμασα» και θα σας την παραδώσω, όπως ακριβώς τη βρήκα. Ο πατέρας της που την πήρε όμως, δεν κράτησε το λόγο του και προκειμένου να κάνει το δικό του, την κλείδωσε στο σπίτι. Αυτή μη έχοντας άλλη διέξοδο πείσμωσε και δεν δεχόταν τροφή, ξεκίνησε απεργία πείνας.

Ο Κωστάκης Παπαντώνόπουλος (Πλιέγκας) με τη σύζυγό του Αγγέλω

Ως πανέξυπνη γυναίκα που ήταν, τους ξεγέλασε και δέχτηκε να πάει αργότερα στο δικαστήριο, ως μάρτυρας εναντίον του αγαπητικού της. Ομολόγησε αβίαστα την αλήθεια, ότι πήγε μόνη της κοντά του, δήλωσε ότι τον αγαπουσε και ότι ήθελε να γίνει ο άντρας της. Έτσι, είδαν και απόειδαν οι δικοί της και του την έδωσαν, χωρίς όμως να τις δώσουν το παραμικρό σαν προίκα. Με λίγα λόγια την αποκλήρωσαν κυριολεκτικά! Για αρκετό διάστημα δεν είχαν καμία επαφή με γονείς και αδέλφια. Αυτά διαδραματίστηκαν γύρω στα 1925 έως 1930 περίπου.

Ο Πλιέγκας όμως, καθ’ ότι εργατικός, δεν άργησε να πάρει τα πάνω του και να γίνει ένας από τους καλύτερους νοικοκυραίους στο Αντρώνι. Και επειδή η ζωή έχει πολλά γυρίσματα, δεν άργησε «...να γυρίσει ο τροχός…».  Αρκετά χρόνια μετά οι «διώκτες του» έπεσαν στα χέρια του. Γνώρισαν και αυτοί τι πάει να πει φτώχεια!  Ο Πλιέγκας όμως δεν φέρθηκε απάνθρωπα (σαν τους ίδιους) άλλα ως μεγαλόψυχος άνθρωπος, τα ξέχασε όλα και τους βοήθησε. 

Όπως είπαμε και παραπάνω αυτός ήταν πολύ άξιος και είχε την Αγγέλω του «βασίλισσα». Όταν έφυγε για το στερνό ταξίδι, το Νοέμβρη του 78, η ίδια δεν γνώριζε ούτε να ψωνίσει, αλλά ούτε και να μαγειρέψει καλά - καλά. Της τα παρείχε όλα αυτός! Ήταν εξαίρετος μάγειρας! Αλλά και ο ίδιος μέχρι το τέλος (στο νοσοκομείο που ήταν), ενδιαφερόταν και ρωτούσε συνέχεια «τι θα κάνει τώρα, τι θ’ απογίνει». Ήταν ένας πολύ μεγάλος έρωτας και η τραγική ειρωνεία ήταν ότι δεν μπορούσαν ν΄αποκτήσουν δικά τους παιδιά.

Αρχικά σαν γιό του είχε τον πατέρα μας, το Θοδωρή (ανιψιό του), μέχρι που γεννήθηκε η αφεντιά μας. Για να κατανοήσετε την αγάπη που έχουμε πάρει, όταν ερχόμασταν από την Αθήνα στο χωριό, έκλεγε από χαρά, σαν μωρό παιδί. Δεν γνωρίζουμε αν θα προκάνουμε σε τούτη ζωή να ξοδέψουμε όλη τούτη την αγάπη που πήραμε και από τους δύο τους.

Το παραπάνω βίντεο το είχαμε φτιάξει πριν δέκα περίπου χρόνια και αυτά τα λίγα λόγια που τώρα προσπαθήσαμε να πούμε δεν θα μπορούσαμε τότε (30 χρόνια πριν) να τα γράψουμε. Αλλά και τώρα στα 40 χρόνια που το επιχειρήσαμε, τα δάκρυα φεύγουν μόνα τους, στη θύμησή του. Ελπίζουμε να προκάνουμε να γράψουμε όλη την βιογραφία του, ως τις 28 Νοέμβρη που είναι η 40στή επέτειος από το θάνατό του.

Τα πρώτα χρόνια ήταν εργάτης σε κτήματα κυρίως στον κάμπο και αργότερα έως και το έτος 1958 ήταν και λαθρέμπορος καπνού. Θυμόμαστε στο σπίτι μας, στο πάνω πάτωμα, δίπλα στον καταράχτη[11] ήταν πάντα απλωμένος καπνός και δίπλα η ζυγαριά με τις οκάδες, τα δράμια που σώζονται ακόμη και θα κοσμήσουν το λαογραφικό μας μουσείο.

Υπερηφανευόταν για τις επιδόσεις του ως νέος, για τη γρηγοράδα του, που έστριβε ένα τσιγάρο μόλις στη Ρουπακιά, έξω από το χωριό και το έσβηνε  κοντά στις Χαραγές. Εμείς για να φτάσουμε εκεί θέλαμε μία με μιάμιση ώρα. 

Αντρώνι-Παλιόμυλος 1975 και η αφεντιά μας

Δημιούργησε το χωράφι κάτω από τις χαραγές και πάνω από το γεφύρι του Μπερή, στη Στέρνα. Το χωράφι είχε δικό του νερό. Εκεί κατασκεύασε μια μεγάλη πέτρινη δεξαμενή που στεγανοποίησε με λάσπη και αυγά, κάτι σαν κουρασάνι[12] και από εκεί έκανε παραγωγή ζαρζαβατικών. Πάει ο Πλιέγκας στη στέρνα έλεγαν, στην πλατεία που πέρναγε, καβάλα στο άσπρο τσίλικο άλογό του. Έβγαζε τα πάντα αυτό το χωράφι, μολογάγανε. Και τι δεν είχε μέσα. Δεκάδες ελιές, άλλες τόσες και παραπάνω καρυδιές, μηλιές, αχλαδιές, κυδωνιές κερασιές, αμυγδαλιές, συκιές, ροδιές κλπ. Οι κήποι του εκεί και τι δεν έβγαζαν, όλα τα καλούδια.

Επίσης είχε ένα από τα καλύτερα αμπέλια του χωριού, με δικό του δάσος για ξύλα και το ιστορικό αλώνι με άσπρες πλάκες του Ερυμάνθου, που υπάρχει ακόμα και είναι το μοναδικό που διασώζεται σε τόσο καλή κατάσταση.

Πριν τον πόλεμο του 1940 έφερε καλούς Καλαβρυτινούς[13] πετράδες και έφτιαξε το δίπατο σπίτι του στο χωριό. Την πέτρα την κουβάλαγε από τον Αλεσώση, 3-4 χιλιόμετρα μακριά, με ένα μικρό κάρο, που το έσερνε το άλογό του. Για κάποιο άγνωστο λόγο όμως, του έλλειψε πέτρα, ίσως εξαιτίας του πολέμου ή του επερχόμενου χειμώνα. Έτσι το τελείωσε βιαστικά τότε και γι’ αυτό στον όροφο δημιούργησε δώδεκα κουφώματα, τρεις πόρτες και εννεά μεγάλα παράθυρα.

Μετά τον εμφύλιο και κατά τα έτη 1948 έως 1951 οι ΗΠΑ με πρόεδρο τον Χάρι Τρούμαν, ενίσχυσαν βάση του σχεδίου Μάρσαλ, με 366 εκατομμύρια δολάρια την Ελλάδα,για να μην πέσει στα χέρια των Σοβιετικών.

Εκείνο το διάστημα είχε εκλεγεί πρόεδρος του χωριού. Ως πρόεδρος, είχε αναθέσει σε διάφορους συγχωριανούς του τη φύλαξη και διάθεση της ΟΥΡΝΑ, έτσι έλεγαν την βοήθεια που ήταν κυρίως τρόφιμα, άλευρα κλπ. Οι συγχωριανοί του όμως είχαν άλλα σχέδια. Υπεξαίρεσαν αυθαίρετα μεγάλο μέρος αυτής της βοήθειας. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν με συνοπτικές διαδικασίες, ο πρόεδρος Πλιέγκας να συλληφθεί και να οδηγηθεί στις φυλακές της Πάτρας.Από κει, με τρένο τον μετέφεραν στην Αθήνα και έπειτα τον διαμετακόμισαν με άλλους συγκρατούμενους, προκειμένου να μεταφερθούν όλοι μαζί, τις φυλακές της Λάρισας. Όταν έφτασε το τρένο στο Βόλο, στο βαγόνι που ερχόταν από την Πάτρα, οι χωροφύλακες συνοδείας χαλάρωσαν λίγο τα μέτρα της φύλαξης και ο Πλιέγκας βρήκε ευκαιρία και πήδηξε από το βαγόνι.

Ήταν κοντά στα μεσάνυχτα και ο χώρος του σταθμού στο Βόλο ήταν γεμάτος από μεταλλικά βαρέλια λαδιών και καυσίμων, προκειμένου να φορτωθούν για κάποιους άλλους προορισμούς. Οι φύλακες με τη βοήθεια σκυλιών, προσπαθούσαν να τον εντοπίσουν, αλλά αυτός μετακινείτο συνεχώς. Βοήθησαν και οι μυρωδιές από τα βαρέλια του πετρελαίου, που αποσυντόνιζαν τα σκυλιά, ώστε να τον εντοπίσουν. Είδαν και απόειδαν οι χωροφυλάκοι και αφού δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο το τρένο, έφυγαν. Ο Πλιέγκας έκατσε εκεί ώσπου ησύχασαν τα πάντα και ύστερα έσουρνε σιγά σιγά με προσοχή έξω από την πόλη. Έφτασε σε ένα ερημικό μέρος όπου και κρύφτηκε για να περάσει η μέρα και να συνεχίσει το δύσκολο ταξίδι προς το Αντρώνι, τις επόμενες νύχτες. Έπρεπε όμως να ξεφορτωθεί και αυτή την ενδυμασία των φυλακισμένων, με τις ασπρόμαυρες ρίγες. Έτσι βρήκε κάτι παλιόρουχα σε ένα κονάκι,τα βούρλιασε πάνω του και πέταξε τα δικά του.Ούτε που θυμόταν, όταν μας τα διηγείτο, να μας πει πόσες νύχτες πέρασε, νηστικός και πόσες κακουχίες για να φτάσει περπατώντας,από το Βόλο στο Αντρώνι! Τίποτα όμως δεν μπορούσε να του σταθεί εμπόδιο, μπροστά στο μένος της εκδίκησης που τον διακατείχε, για το κακό που του προξένησαν οι συνεργάτες του.

Το πρώτο ματσούκι το έφαγε ο Χρήστος ο Νικολετόπουλος, ο Παρθενίας[14]! Τον αντάμωσε στο νεράκι, εκεί που είναι τώρα το θεατράκι στο σχολείο. Από μαρτυρίες συγχωριανών μας γνωρίζουμε ότι έφαγε τόσο ξύλο που έκανε μήνες να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ο Νίκος ο Νικολετόπουλος ήθελε τότε να προχωρήσει την υπόθεση δικαστικά για τον μεγάλο ξυλοδαρμό που υπέστη ο αδελφός του. Δεν τόλμησε όμως γιατί τον απείλησαν ότι δεν θα μείνει ούτε «γάτα» Νικολεταίικια. Ήταν ο Πλιέγκας, αλλά πίσω του ήταν ακόμη ο φόβος και ο τρόμος, το συγγενολόι του, ο ανηψιός του ο Θοδωρής[15], αλλά και ο κουνιάδος του ο Νιόνιος[16].Όσοι γνώριζαν ή άκουσαν για τους παραπάνω καταλαβαίνουν τι εννοούμαι.

Τον Ζαβλάνη[17] δεύτερο συνεργάτη, τον συνάντησε στο δρόμο προς του Λαζουπάλι, όταν κατέβαινε από την πλατεία για το σπίτι του. Έχουμε πολλές μαρτυρίες για αυτό το περιστατικό, αλλά θα παραθέσουμε την τελευταία, που καταγράψαμε στην Αθήνα, στο σπίτι της πρόσφατα εκκλιπούσας Αργύρως Πανούτσου[18]. Όταν ξεκίνησε να τον χτυπά ήταν κοντά στα μεσάνυχτα και από τις φωνές του Ζαβλάνη βγήκαν οι γείτωνες από τα σπίτια τους. Όλοι είδαν το δράστη, αλλά δε μίλησαν. Ο ξυλοδαρμός ήταν σχετικά σύντομος. Όταν τελείωσε το «πανηγύρι…» έτρεξαν πρώτοι να βοηθήσουν τον χτυπημένο και εκεί δίπλα είχε πέσει το παλτό του Πλιέγκα.Το περιμάζεψαν και του το έδωσαν την επομένη, αλλά δεν μαρτύρησαν σε κανέναν τίποτα, διότι οι σχέσεις τους ήταν άριστες. Μας υποδέχτηκε εγκάρδια η θειά Αργύρω και μίλησε με τα καλύτερα λόγια για τον Πλιέγκα.

Μετά από αυτό το περιστατικό ο Ζαβλάνης από το φόβο του, έφυγε και εγκαταστάθηκε μόνιμα οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη και όπως μας είχε πει και ο παππούς μας ο Πλιέγκας αλλά και άλλοι του βγήκε τελικά σε καλό. Δεν ξαναμίλησαν πλέον, ούτε βέβαια θα μιλήσουν. Εμείς όμως κρατάμε φιλικές σχέσεις με τους συγγενείς του, αλλά δεν έτυχε να συζητήσουμε αυτό το θέμα. Ίσως να βρεθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε, ύστερα και από αυτό το άρθρο και αν σε κάτι διαφωνήσουμε, εμείς εδώ είμαστε να επανορθώσουμε.

Περιγράφουμε όσο μπορούμε αντικειμενικά τα γεγονότα.Το γερο Ζαβλάνη τον συνάντησαμε για τελευταία φορά στο καφενείο του Τρικόκη. Ρώτησε για μας και όταν του είπαν, σώπασε, τον χαιρετήσαμε και φύγαμε προς την πλατεία. Εκτός από τους δύο παραπάνω, ξύλο για το ίδιο θέμα, έφαγε ο Παπά-Κώστας Παπαδόπουλος (γερό παπας) και ο γαμπρός του, ο Τσίπος[19]. Δηλαδή σχεδόν όλη η επιτροπή! Το αποτέλεσμα ήταν να μαζευτούν αμέσως τα χρήματα και να καθαρίσει ο Πλιέγκας την δικαστική «μπουγάδα»!

Δεν θα μπούμε στην ουσία να κρίνουμε από εδώ ποιος φταίει, πόσο φταίει κλπ. Μόνο τα γεγονότα που γνωρίζουμε καταγράφουμε. Αν και σήμερα που συζητείται το θέμα στο χωριό μας σχεδόν όλοι…, ο Νίκος Συλάιδος (Τζαβέλας), ο Νίκος Λαμπαδάς (Τσάμπαλης), ο Κώστας Σίνος Μερεμέτης, ο Κώστας Συλάιδος (Μαδούρης) και γενικά όλοι μας δηλώνουν ότι ο Πλιέγκας είχε απόλυτο δίκιο για να προβεί σε αυτοδικία. Μια ματσουκιά έφαγε και ο Κώστας Αβράμης (Φούρναρης) , ο θείος του Γιώργη Αβράμη[20],αλλά όχι γι΄αυτό το λόγο.

Πρόσφατα ο Γληγόρης του Κουτσού μας ανέφερε ένα περιστατικό που συνέβει στον πατέρα του Κώστα Καννελακόπουλο[21],αλλά και το πως καθάρισε ο Πλιέγκας. Αναφέρουν ότι έτρεμαν όλοι το ματσούκι του για πολλά χρόνια, ακόμα και μετά το θάνατό του. Αλλά και σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, ακούγεται το όνομά του. Γνωστές οι φράσεις στο χωριό…! «Αυτός… τον Πλίεγκα χρειάζεται» ή «αν ήταν ο Πλιέγκας δεν θα συνέβαιναν αυτά». «Που είσαι Πλιέγκα να τα τοιλώσεις ξύλο;».

Ένας μάλιστα πρόσφατα μας είπε ότι όλοι σέβονταν τον Πλιέγκα με το ματσούκι και την αφεντιά μας με την πένα, αλλά εμείς δεν συμφωνούμε και δεν έχουμε τέτοιες προθέσεις.

Θέλουμε να σταθούμε λίγο στην προσωπικότητα και στις δεξιότητες του Πλιέγκα. Ήταν δίκαιος, τίμιος,φιλόξενος. Δεν είχαμε φάει σχεδόν ποτέ, μόνοι μας. Όποιος ξένος βρισκόταν στο Αντρώνι, έστω και τυχαία, θα του παρείχε πλήρη φιλοξενία.

Τις πρώτες μέρες της γερμανικής κατοχής, συγκέντρωσαν όλο το χωρίο στην πλατεία. Άρχισαν τότε να χτυπούν τους άνδρες για να φέρουν και να παραδώσουν τα όπλα τους. Μόλις το είδε αυτό ο Πλιέγκας έκανε πίσω- πίσω προς το σπίτι του Δρούβα, έπεσε στο ρέμα και εξαφανίστηκε. Παρ΄όλο το ξύλο που έφαγαν οι συγχωριανοί του, δεν τόλμησε κανένας να τον καταδώσει, διότι γνώριζαν καλά ότι οι συνέπειες θα ήταν χειρότερες από αυτές των κατακτητών.

Επίσης στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής, το 1942, ο Πλίεγκας τόλμησε και κράτησε έναν νεαρό Ιταλό στρατιώτη στο σπίτι του. Τον έλεγαν Ανδρέα και έμεινε κοντά του για τρία ολόκληρα χρόνια όχι σαν αιχμάλωτος, αλλά με την θέλησή του. Ο Ανδρέας σκάριζε με κάτι γίδια που είχε τότε ο Πλίεγκας και θυμούνται ακόμα οι συμπατριώτες μας που βίωσαν αυτά τα γεγονότα, ότι φώναζε το τραγί, «ντούρου-ντούρου»[22], για να γυρίσει τα γίδια. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και έπαιζε μαζί τους, αλλά και αυτόν τον αγαπούσε όλο το χωριό. Ήταν αυτό το διάστημα που ο Πλιέγκας έβγαζε από το χωράφι μας στη στέρνα, ντομάτες το χειμώνα, πεπόνι και καρπούζι αλλά και άλλα ζαρζαβατικά πρωτόγνωρα για τα ορεινά χωριά μας. Ο Ανδρέας το χειμώνα, ίσως να χρησιμοποιούσε μια ιδιαίτερη τεχνική που είχε φέρει από την πατρίδα του. Λένε ότι έφραζε ένα μεγάλο κομμάτι χωράφι με πολύ ψηλό φράχτη και ίσως εκεί μέσα λειτουργούσε κάτι σαν θερμοκήπιο. Ο Ιταλός φαντάρος με την ανταλλαγή των αιχμαλώτων, ήθελε να επισκεφτεί τους δικούς του και θα επέστρεφε σύντομα, γιατί όλο αυτό το διάστημα που τον κράτησε ο Πλίεγκας τον πρόσεχε σαν παιδί του. Τον ετοίμασε, τον έντυσε και τον ξεπρόβαλε ως την Πάτρα, αλλά ο Ιταλός δεν έφτασε ποτέ στον προορισμός του. Το πλοίο που έπλεε προς την Ιταλία, το έπληξε με τορπίλες ένα Γερμανικό υποβρύχιο και βούλιαξε στο Ιόνιο. Έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του Ιταλού. Όταν μας αφηγείτο αυτή την ιστορία δάκρυζε ο δόλιος για την απώλεια του Ανδρέα.

Ο Κώστας Πλιέγκας ήταν προοδευτικός άνθρωπος και τον ενδιέφερε η ανάπτυξη του χωριού. Διετέλεσε όπως είπαμε και παραπάνω πρόεδρος της κοινότητας Αντρωνίου μία δύο φορές, αλλά πάντα ήταν ενεργός πολίτης. Θυμόμαστε σε κάποιες εκλογικές αναμετρήσεις που δεν πήγε καλά, έπεσε του θανατά στο κρεβάτι και δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν. Διετέλεσε επίσης για πολλά χρόνια, προς το τέλος της ζωής του επίτροπος στην εκκλησιά του χωριού. Τον διακατείχαν δημοκρατικά αισθήματα. Ήταν του Στεφανόπουλου, αλλά αγαπούσε και τον Παπανδρέου. Θυμόμαστε, όταν προσκαλούσαν οι διάφοροι κόλακες της χούντας του 67, τους χωρικούς στην πλατεία να ακούσουν τις σαχλαμάρες τους, δεν συμμετείχε ποτέ και ούτε τους υπολόγιζε.

Είναι ο πρώτος που παρήγαγε πεπόνι και καρπούζι στο Αντρώνι, χάριν στον Ιταλό που γνώριζε αυτές τις μεθόδους καλλιέργειας. Είναι ο πρώτος που έφερε την ελιά στο Αντρώνι. Οι παλαιότερες πρέπει να είναι οι μεγάλες ελιές στη στέρνα και οι δυο που είναι πίσω από το σπίτι μας, υπό την σκιά της καρυδιάς. Στη συνέχεια έφερε έλιες στον αγαπημένο του ξάδελφο, τον Μπαμπόγιωργα[23] και στους κολλητούς, κουμπάρο του Πλίθα[24] και τους φίλους του Μουρλοκοσμά[25] και Παπαλιώνη[26]. Αργότερα έβαλε ο Ρέμος, ο Νάστος και πολλοί άλλοι.

Επίσης είναι ο πρώτος που τόλμησε και έφερε μελίσσια στο χωριό. Αρχικά τα είχε σε κουβέλια στη Στέρνα. Επειδή όμως η Στέρνα του έπεφτε μακριά και όσο μεγάλωνε δυσκολευόταν να πηγαίνει τα μετέφερε στο χωριό, στο αμπέλι μας, στη Μαλότενα αρχικά και από κει στον Παλιόμυλο που έκανε πολύ καλή σειρά. Έφτιαξε και ένα σπιτάκι με τσιμεντόπλιθες, δίπλα στο παλιοπόταμο, που "έκοψε" με ποταμίσιο άμμο και με την σχετική εξέλαση[27]από φίλους του. Είχε όλα τα εργαλεία μέσα, το μηχάνημα, έτσι έλεγε τον μελιτοεξαγωγέα, εφεδρικές κυψέλες με πλαίσια, μάσκες και τα άλλα συμπράγκαλα[28] για τη δουλειά του.Τότε το 1965 περίπου, πήρε δάνειο από την Αγροτική τράπεζα και έφερε στο χωριό πενήντα - εξήντα διπλές κυψέλες. Γέμιζε ο δρόμος, εκεί στην εκκλησία, δεξιά και αριστερά όταν τις έβαφε θυμόμαστε, μπλε θαλασσί! Παρότι η ηλικία του ήταν προχωρημένη, είχε τόση θέληση για να βελτιώσει στο μέγιστο την απόδοση μελισσιών του, που πήγαινε τακτικά στην Πάτρα προκειμένου να παρακολουθήσει σεμινάρια μελισσοκομίας.

Γράμμα στον γράφοντα που βρισκόταν στην Αμερική.

Ήταν ανοιχτό μυαλό και όπως διαπιστώνεται δεν ζήλευε κανέναν, το αντίθετο μάλιστα. Έδωσε μελίσσια σε όλους όσους του ζήτησαν. Ο Μπλουγούρης[29], ο Παπακοσμάς[30], ο Ρέμος[31] ο Νάστος[32] κ.α. έγιναν μελισσοκόμοι από αυτόν. Όμως κανένας δεν τον έφτανε. Ήταν πρώτος στο είδος! Πέθανε το Νοέμβριο και εμείς πήγαμε το επόμενο καλοκαίρι να τα τρυγήσουμε και «πνιγήκαμε» στο μέλι[33]. Κάθε καλοκαίρι μετά τον τρύγο των μελισσών του, μας έστελνε μαζί και τον Γρηγόρη του Κουτσού[34] αλλά και άλλα παιδιά, σε όλα τα σπίτια του χωριού να μοιράσουμε μέλι. Του άρεσε να προσφέρει και παράλληλα το θεωρούσε ευλογία για τα μελίσσια του και τη σοδιά τους.

Ήταν επίσης εξαίρετος μάγειρας, όπως αναφέραμε και πιο πάνω. Για το λόγο αυτό δεν παρέλειπαν πολλοί χωριανοί να τον καλούν σε γάμους και γιορτές, αναλαμβάνοντας την ετοιμασία των φαγητών. 

Σε όλη σχεδόν τη ζωή του,τον συνόδευε πάντα ένα άλογο. Ένα διάστημα που θυμόμαστε,δούλευε και ως αγωγιάτης. Ζήσαμε μια τέτοια εμπειρία όταν μετέφερε με τον ξάδελφό του τον Μπαμπόγιωργα βαρέλια με τυρί από το μπακαλιό του Πιτσιρίκου στη Γιάρμενα. Εκεί, ανάμεσα στα βαρέλια, μισογόμι[35], ήταν και η αφεντιά μας, κάποιες φορές. Μισογόμι και από το Κατάκολο και τον Πύργο, όταν το άλογο ήταν φορτωμένο. Πάνω σ’ αυτό το τσίλικο άλογο μεγαλώσαμε. Από τσορομπίλι το κουμαντάραμε.  

1966 ΑΡ η μικρή Γιάννα, Βάσω Κατσιάρα - δασκάλα, Αγγέλω, Πλιέγκας, Χριστίνα Τσώνου

Το 1959 ήλθε ο δάσκαλος Δημήτρης Τσώνος[36] στο χωριό μας με τη σύζυγό του και εγκαταστάθηκαν τον πρώτο χρόνο στη Μαγδάλω του Κάνταλου[37]. Από το επόμενο έτος έως και το 1973 που έφυγαν οριστικά, έμειναν στον επάνω όροφο του σπιτιού μας. Η συμβίωση μαζί τους ήταν άριστη. Ο Πλιέγκας είχε βρει καινούρια παιδιά και αυτοί γονείς, να τους αγαπούν σαν παιδιά τους. Το αναφέρουμε διότι όταν μεγάλωσε αρκετά και ξεπέρασε τα εβδομήντα του χρόνια κάποιος που δεν χρειάζεται να αναφέρουμε το όνομά του, τον παρενοχλούσε και ο Πλιέγκας σχεδίαζε να προβεί σε αυτοδικία. Αντιλήφθηκε αμέσως ο Τσώνος τις προθέσεις του και προς τιμήν του, τον έπεισε να ματαιώσει τα σχέδιά του και έτσι απετράπησαν οδυνηρά αποτελέσματα για όλους μας.

Ο Κωστάκης ο Πλιέγκας αλλά και περισσότερο ακόμη η σύντροφός του η Αγγέλω, παρόλες τις αδυναμίες τους, ήταν άνθρωποι της προσφοράς. Γεννήθηκαν μόνο για να δίνουν άπλετη αγάπη σε μας, να βοηθούν κάθε έναν που βρισκόταν σε ανάγκη αλλά και να φιλοξενούν κάθε επισκέπτη που βρισκόταν στο Αντρώνι.

Με αφορμή τα παραπάνω, τη ζωή, την αγάπη και την προσφορά τους, το μήνυμα του γράφοντα σε όσους δεν έχουν αποκτήσει παιδιά και ασχολούνται με τα σκυλιά τους είναι, ότι, θα μπορούσαν παράλληλα να βρουν, να υιοθετήσουν ένα άσπρο, μαύρο, κίτρινο, οτιδήποτε παιδί και ακόμη καλύτερα με ιδιαίτερες ικανότητες και να του δώσουν απλόχερα την αγάπη τους. Τολμήστε Ορέ! Μοιραστείτε την αγάπη σας μ΄ένα παιδί! Υιοθετήστε και δώστε του ζωή από τη ζωή σας! Κάντε το να καμαρώνει για εσάς, όπως εμείς τώρα με τους θετούς γονείς μας! Γιατί γονιός δεν είναι αυτός που σε φέρνει στον κόσμο αλλά αυτός που σε γαλουχεί που σε φτιάχνει «άνθρωπο». Και ο Κωστάκης ο Πλιέγκας μαζί με τη Πριγκίπισσά του (που λέει και η Χριστίνα στο βίντεο) πέρασαν με άριστα αυτές τις εξετάσεις!

Κώστας Παπαντωνόπουλος Νοέμβρης 2018

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γύρω στο τέλη του 1800, διαδραματίστηκε η ιστορία που σας παραθέτουμε.

Καμιά από τις αδελφές δεν παντρεύτηκε στο Κούμανι. Οι τρεις παντρεύτηκαν στο Αντρώνι και μία στη Μποκοβίνα.

[2] Η Γιαννούλα Παπούλια (Ρούσου) αδελφή της Ελένης, παντρεύτηκε 1ον τον Διονύση Παπαντώνη (Πουλιάκη) και έκαναν τον Νίκο Παπαντώνη (Σκούρα) και 2ον τον Κανελλακόπουλο και έκαναν τον Κώστα (Κουτσό). Ο Νίκος (Σκούρα) και ο Κώστας (Κουτσός) ήταν ετεροθαλή αδέλφια με την ίδια μάνα.

Ο Νίκος Παπαντώνης (Σκούρας), παντρεύτηκε την Γεωργία (Μπιούτσο) και έκαναν 4 Παιδιά: Γιαννούλα, Διονύσης (1943-2010), Δημήτρης (1948-1977), Σοφία. Ο Διονύσης υιοθετήθηκε από τον Παπουτσογιανόπουλο Δημήτριο και Αφροδίτη. Ο Δημήτρης σκοτώθηκε στον ηλεκτρικό στην Ομόνοια.

[3] Καλλιόπη Παπούλια (Ρούσου) Αδελφή της Ελένης. Παντρεύτηκε τον Χαράλαμπο Μπαντούνα (Γερομπάμπη 1871 ) και έκαναν τον Γιώργη Μπαντούνα (Μπαμπόγιωργα). Ο Γιώργης Μπαντούνας 1909, παντρεύτηκε την Φρόσω Παναγοπούλου, του Κάνταλου και απέκτησαν 5 παιδιά: Την Καλλιόπη (Πόπη), Βασίλη (Πέθανε στη Βραζιλία 1935), Νίκο (1938), Χαράλαμπος (1932), Αντώνη (1950).

[4] Χρυσάνθη Παπούλια (Ρούσου) Αδελφή της Ελένης : Παντρεύτηκε τον Νίκο Στάμο στην Αγία Τριάδα (Μποκοβίνα), έχουν παιδί παπά.

[5] Βασίλης Παπούλιας (Ρούσος) Κούμανι: Αδελφός της Ελένης, Παιδιά: Γιάννης, Γιώργης, Γιώτα και Τασία. Γιάννης: Παντρεύτηκε την Γαρυφαλιά (Βαλιά) Σικοτακοπούλου (1934-2016). Παιδιά: Βασίλη, Δημήτρη, Γεωργία, Νίκη, Κική,

Γιώργης, Παιδιά: Βασίλης, Αγγελική, Αφροδίτη: Η Αγγελική, παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Τόλιο στο Κούμανι (έχει πεθάνει). Αφροδίτη, παντρεύτηκε τον Νικόλαο Νιώτη (Πιπέρη) που η μάνα του είναι η Νικολίτσα Πανούτσου κόρη του Αγγελάκη από το Αντρώνι.

Γιώτα, παντρεύτηκε τον Νίκο Λαζαράκη στην Μποκοβίνα και έκανε δύο παιδιά τον παπά- Βασίλη και την Σταυρούλα.

Τασία, παντρεύτηκε τον Παναγή του Αλεξανδρή από του Κούμανι.

[6] Αργύρης Νικολάου Παπαντώνης (Πλιέγκας). Γεννήθηκε το 1917 και μεγάλωσε στο Αντρώνι. Τα δύσκολα χρόνια υπηρέτησε στην Χωροφυλακή έως το 1947 όπου και παραιτήθηκε για να εργαστεί στην χαρτοποιία Αιγίου.

[7] Παπαντώνης Γεώργιος, Νικόλαος 1914 

[8] Το σχολείο κατασκευάστηκε σε 7 περίπου χρόνια με δαπάνες του Α. Συγγρού και άλλων, και ήταν έτοιμο να λειτουργήσει από το 1902

[9] Παπαντώνης Δημήτριος Διονύσιος 1878 -1976

[10] Αύγουστος του 2006 στην Κυπαρισσία, με τη Χριστίνα και το δάσκαλο Δημήτρη Τσώνο. Αφηγούνται την γνωριμία και την ταλαιπωρία του (παππού μου) Κωστάκη Πλιέγκα (Παπαντώνη, Παπαντωνόπουλο) με την Αγγελική ((θετή μάνα μου, αδελφή της μητέρας μου). Ήταν κόρη του Δημήτρη Παπαντώνη (Μπούκη), επίσης παππούλη μου.

[11] Καταρράκτης (καταπακτή), μικρό κάθετο άνοιγμα στο δάπεδο και για την ασφάλεια των ανθρώπων που κινούντο στον όροφο, συνήθιζε να είναι πάντα κλειστός.

[12] Το κουρασάνι ήταν κονίαμα από χώμα ασβέστη, κεραμίδι τριμμένο, κοζά και ασπράδι αυγών. Τό ονομα στέρνα το πήρε το χωράφι αλλά και η περιοχή από ταυτή τη μεγάλη δεξαμενή. Εκεί κάναμε και μπάνιο τα καλοκαίρια.

[13] Άλλα δύο όμορα σπίτια του Σκούρα και του Μπουγά έγιναν ύστερα από τους ίδιους Καλαβρυτινούς μαστόρους. Τα μπαλκόνια με μπετόν τα κατασκεύασε ο Θανάσης Κεχαγιάς από τη Δίβρη με βοηθό τον Νικόλαο Σίνο (Κεραμίδα) αρχές της δεκαετίας του 1960.

[14] Είχε και το παρατσούκλι «Τραυλός»

[15] Παπαντώνης Θεόδωρος Νικόλαος Όλγα 1924 (ένας ατίθασος νέος).

[16] Παπαντώνης Διονύσιος Δημήτριος 1915

[17] Σίνος Νικόλαος Χρύσανθος 1907

[18] Αργύρω Πανούτσου – Παπαδάτου 1934-2013 (του Αγγελάκη και της Όλγας), σύζυγος του Αριστείδη Παπαδάτου, που γεννήθηκε πριν 79 χρόνια. Με τη θειά Αργύρω μιλήσαμε το 2011 στο σπίτι της στην Αθήνα και έχουμε καταγράψει όσα είχε να μας πει για τη ζωή της στο Αντρώνι.

[19] Σίνος Χαράλαμπος του Πάνου 1910

[20] Την ιστορία μας την αφηγήθηκε ο Γιώργος Αβράμης στις 12.11.2018 στο σπίτι του στην Αθήνα.

[21] Ο Κανελλακόπουλος Κων/νος (Κουτσός 1903) είχε μια διένεξη με τους συνοριάτες του Φουσκοποδαραίους (Χρήστος).

Ο Πλιέγκας καθόταν στο καδούλι μπροστά στην ποριά στο αμπέλι του. Αυτοί κινούνταν προς τα κάτω να χτυπήσουν τον Κουτσό. Το αντιλαμβάνεται ο Πλιέγκας, τους βγαίνει μπροστά και τους λέει, ελάτε....! Το έβαλαν στα πόδια και δεν ξαναενόχλησαν ποτέ τον ξάδελφό του.

[22] Στο δεύτερο βίντεο αφήγηση του συμπατριώτη μας Γιώργου Αβράμη που έμενε στο Σιμόπουλο, για ένα περιστατικό, μία πλάκα από αυτές που έκανε ο Μπαμπόγιωργας (Γεώργιος Μπαντούνας) με τους αγωγιάτες και κάποιες ιστορίες για τον Πλιέγκα (Κώστα Παπαντωνόπουλο) στο σπίτι του στην Αθήνα στις 12.11.2018

Μαζί μας ήταν και ο συμπατριώτης και φίλος μας, ο κυρ Νίκος Λαμπαδάς που μας οργάνωσε αυτή τη συνάντηση.

[23] Μπαντούνας Γεώργιος, Χαράλαμπος, Καλλιόπη 1909

[24] Μπαντούνας       Χρήστος

[25] Παπαδόπουλος Κοσμάς Ιωάννης Μαριγώ 1916, (Παπαδόγιαννης, ή Μουρλοκοσμάς)

[26][26] Παπαντώνης Γεώργιος Λεωνίδας 1896 Παπαλιώνης. Ο πατέρας του Λεωνίδας- Λιώνης παπα-Λιώνης, 1840, πήγαινε για παπάς αλλά ο Κλαπανάρης ατίμασε την αδελφή του και τον σκότωσε στον Παλιόμυλο. Του έμεινε το παρατσούκλι Παπαλιώνης αλλά λόγω του εγκλήματος παπάς δεν έγινε ποτέ.

[27] Εξέλαση, ένας θεσμός αλληλεγγύης στην Ηλεία.

[28] Αντικείμενα ευτελούς συνήθως αξίας

[29] Λύσανδρος Παναγόπουλος 1924 - 2006

[30] Παπαδόπουλος   Κοσμάς        του Χρύσανθου 1909

[31] Σίνος Λύσανδρος Ανδρέας Διονυσία 1931

[32] Ανάστος Δημήτριος Ιωάννης Παναγιώτα 1931

[33] Μας πούλησε το μισό ο αγαπημένος φίλος μας Μερεμέτης στο χωριό και δεν πήρε δραχμή, να είναι καλά και το υπόλοιπο το μοιράσαμε και κρατήσαμε αρκετό αδιάθετο στην Αθήνα.

[34] Κώστα Κανελλακόπουλου (Κουτσός)

[35] Πρόσθετο φορτίο ενδιάμεσα στα δύο φορτία του σαμαριού

[36] Δημήτριος Τσώνος 2009 – 1928. To 1959 εγκαταστάθηκε στο χωριό μας επί 14 χρόνια (1959-1973)

[37] Καταγωγή από Δίβρη και σύζυγος του Παναγόπουλου Νικολάου (Κάνταλου),μάνα του Λύσανδρου του Μπλουγούρη.


Εκτύπωση   Email

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Αναδημοσιεύσεις

Free Joomla! templates by Engine Templates