Ορεινή, Μοστενίτσα
  • Εγγραφή

Frontpage

Λαογραφική συλλογή – καταγραφή Τουτούνης Ηλίας
Οι καλικάτζαροι, είναι μια Ελληνική μυθοπλασία και δοξασία δαιμόνιων, που εμφανίζονται κάθε χρόνο, κατά το Δωδεκαήμερο δηλαδή από τις 25 Δεκέμβρη έως 6 Γενάρη.
Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία αυτές τις μέρες, όπου τα νερά είναι αβάφτιστα, οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη, με απώτερο σκοπό να πλησιάσουν τους ανθρώπους, να διασκεδάσουν και να τους πειράξουν με διάφορα καμώματα.
Οι καλικάτζαροι, πλην του Δωδεκαήμερου, τον υπόλοιπο χρόνο μένουν στα έγκατα της γης και πριονίζουν το δένδρο που κρατά τη γη. Βγαίνουν δε στην επιφάνεια κοντά στο τέλος της εργασίας τους, από το φόβο μήπως τελικά, η ετοιμόρροπη γη τους, πλακώσει και για να γιορτάσουν πρόσκαιρα τη νίκη τους. Όταν δε κατεβαίνουν βρίσκουν το δένδρο θρεμμένο πάλι και ακέραιο και ξαναρχίζουν το πριόνισμα. Το δένδρο των Χριστουγέννων συμβολίζει αυτή ακριβώς την ακεραιότητα και τη Θεϊκή δύναμη και προστασία με την παρουσία του Χριστού.

Το όνομά της είναι Μανιόλα Κούρτη (manjola_kurti) που γεννήθηκε στις 3 Αυγούστου 1982 και μεγάλωσε σε μια πολύ όμορφη πόλη της Αλβανίας, το Μπεράτ[1].

Είναι το τέταρτο παιδί από τα πέντε της πολύτεκνης οικογένειάς της.

Φοίτησε στο σχολείο AJET XHINDOLE. Από μικρή η Manjola[2] είχε κλήση προς την τέχνη της καλλιτεχνικής δημιουργίας και δεν άργησε να καταλάβει ότι η ζωγραφική και η γλυπτική ήταν το όνειρό της και θα γινόταν πραγματικότητα μέσα από την σχολή των Καλών Τεχνών στην πόλη ΜΠΕΡΑΤ όπου και διέμενε.

Το έτος 1997 εισήχθη με την αξία της στη σχολή Καλών Τεχνών, School of Arts "Ajet Xhindole". Φοίτησε εκεί ως τις 29/1/1999 ώσπου τα όνειρα της, σταμάτησαν απότομα.

Οι συγκυρίες που επικρατούσαν τότε στην Αλβανία, οι εχθροπραξίες στο Κόσσοβο με αποκορύφωμα τις αιματηρές συγκρούσεις του Νοεμβρίου 2000 αλλά και τα μετέπειτα γνωστά επεισόδια, την ανάγκασαν να στραφεί σε άλλες δραστηριότητες.

‘Όπως μας εκμυστηρεύτηκε, η καρδιά της ράγιζε κάθε φορά όταν άνοιγαν τα σχολεία διότι πάντα ονειρευόταν ότι κάποια μέρα θα γυρίσει πίσω στα θρανία έστω και με ένα κομμάτι χαρτί στο χέρι!

Μες στου Κουμάνι στην μέση, φτάνει αγάς με φέσι
και δυο τρεις τζοχαντζαραίοι, ούλοι τους καβαλαραίοι.
Και γυρεύουνε τον Καρκούλια, που χορεύει με ταβούλια
κι ο Ντίνος καημένε Μήτσο κι ο Ντίνος δεν προσκυνάει,
κι ο Ντίνος δεν προσκυνάει, μήτε το χορό του χαλάει.
Να σου και καημένε Μήτσο και ο Αγγελάκης ο Νιώτης
και ο Χρόνης ο Λινάρδος, και ο Κότζης ο Πανάγος,
που ήσαντε παλικαράδες, φτάσανε με τους γκραδες.
Τρογύρω γύρω γυροφέρνουν τον αγά τον μπερδεύουν
τρέμει ο αγάς πισωπατάει και στο Λάλα πισωγυρνάει.

Καταγραφή Ηλίας Τουτούνης (Γεώργιος Μπενέτσης Κυριακή 16 Ιουλίου 1978)

ΟΙ ΑΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΙ

Το τι κακό μωρέ, που γίνηκε τούτο το καλοκαίρι,
Μπραΐμης ν’ εκίνησε μ’ ούλο του τ’ ασκέρι.
Πάτησε χώρες μωρέ και βουνά, χωριά και βιλαέτια.
Κι’ ούλα τον προσκύνησαν, κι ούλα τον προσκυνάνε.
μον’ δυο χωριά περήφανα, προσκύνημα δεν παίρνουν,
τ’ Αντρώνι και το Κούμανι, της Κάπελης οι πόρτες.
’Κείνα δεν προσκυνήσανε, προσκύνημα δεν ξαίρουν.
Και του Μπραΐμη του κακοφάνηκε, δεν το ’λπιζε ο μαύρος.
Στέλνει ν’ ασκέρι δυνατό, φτούνο τον Ντελή Αχμέτη
Να κάψει το μαύρο Κούμανι, να γδύσει και τ’ Αντρώνι.

Ο σκοπός του τραγουδιού έχει ως εξής:
Το τι κακό, μωρέ, το τι κακό, το τι κακό που γίνηκε, μωρέ που γίνηκε, τούτο το κα μωρέ τουτό τα, τουτό το καλοκαίρι.

Μου το είχε τραγουδήσει ο Παναγιώτης Ευσταθόπουλος ή Πανάκος από το χωριό Καλό Παιδί του δήμου Πηνείας στις 2 Ιουνίου 1995.

Το τραγούδι αυτό δημοσιεύεται για πρώτη φορά εδώ: www.antroni.gr στην Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Ο Νίκος ο Σκέντζης είναι γιός του Βγενύση και εγγονός του Γιώργη του Πυριοβολή που γεννήθηκε γύρω στα 1874. Έμεινε γνωστός ως Πυριοβολής όπως το περιγράφει στο βιβλίο του «περί της Φολόης λόγος[1]» ο δάσκαλος και συντοπίτη μας κυρ Χρήστος Μαρκόπουλος. «Φαίνεται ότι στο σελάχι του θά' χε πάντοτε πυριόβολους.Ο πυριόβολος[2] είναι σιδερένιο μικρό σύνεργο, με το σύνεργο τούτο και την στουρναρόπετρα και την ίσκα οι ξωμάχοι ανάβανε φωτιά και οι καπνιστές ανάβανε το τσιγάρο. Εξέλιξη του πυριόβολου είναι το τσακμάκι με το φυτίλι και οι σημερινοί αναπτήρες.

Ο Πυριοβολής, που ήτανε πανύψηλος ως λέγεται, ήτανε αιπόλος[3]. Είχε πολλά γίδια. Στο πιο μεγαλόσωμο μουνουχισμένο τραΐ του, το γκεσέμι, έβαζε πάντα ένα μεγάλο τσοκάνι "ζακυθινό", φτιαγμένο από χαλκό, που ήτανε γλυκόλαλο. Το "ζακυθινό" τούτο το κληρονόμησε ο γιός του, ο Βγενύσης, και μπορεί σήμερα να το κατέχει ο εγγονός του Γιώργη του Πυριοβολή, ο Νίκος, ο γιος του Βγενύση, ο ονομαστός μάγειρας του 'Ίντερκοντινεντάλ" γιατί λογαριάζει σαν γίνει συνταξιούχος να γυρίσει στην Γιάρμενα να πάει στου Χτενά εκεί στα ''Ολύμπια'' στον γιδότοπο, να φτιάξει στανοτόπι και νά' χει πολλά γίδια, σαν τον παπούλη του το Γιώργη και να βάλει στο τρανό γκεσέμι το μουνουχισμένο, τον "Κόρμπο", το γλυκόλαλο "ζακυθινό" και να ευφραίνεται η ψυχή του.

Ο πατέρας του ο Διονύσης, η μάνα του η Μηλιά και η αδελφή του η Λέλα σε βάφτιση 

Λέει ο Νίκος, ο εγγονός του Γιώργη του Πυριοβολή, ο ονομαστός μάγειρας του 'Ίντερκοντινεντάλ" ότι το κοπάδι του θα το φέρνει και στο χωριό. να γίνουνε τα γίδια του κοινωνικά, να μην είναι αγριόγιδα, θα τα βγάζει ακόμη και στην πλατεία του χωριού, μιας και οι άνθρωποι θα είναι λιγοστοί και τα σπίτια της πλατείας θα είναι ολόκλειστα. Θα μπήξει και πασσάλους στην πλατεία, για να ξύνονται πάνω τους τα γίδια και να λειώνουν έτσι τα τσιμπούρια, που τους ρουφάνε το αίμα.

Το παρακάτω διήγημα βρισκόταν στο αρχείο μας χρόνια μαζί με πολλά άλλα που αφορούν την Ηλεία.

Η φράση «Αντίο Γλαρέντζα», ακουγόταν στα χωριά μας και την προφέραμε για κάτι που χάσαμε.

Μας τη θύμισε ο αγαπητός ξάδελφος Δημήτρης Παπαντώνης με αφορμή το δημοσίευμά μας, «Ναυμαχία ανοιχτά της Κυλλήνης (Γλαρέντζας) το 1825».

Ρώτησε αν γνωρίζουμε από πού βγαίνει ή τι σημαίνει η φράση, «Αντίο Γλαρέντζα»;

Απαντήσαμε τότε ότι, η μόνη πηγή που έχουμε ως τώρα είναι το διήγημα του Νίκου Καραντινού που περιγράφει τον Μήτσο από την Ανδραβίδα αλλά και τον αστρίτη που εμπόδισε τον μικρό ταξιδευτή να φτάσει στην πολυπόθητη Γλαρέντζα.Ο μικρός καθυστέρησε και δεν πρόκανε να ανέβει στο καΐκι με τα ζώα και τους τσαμπάσιδες. Αντίο Γλαρέντζα, έσπευσε να του πει ο πατέρας του που γνωρίζε την "κάψα" που είχε ο μικρός για αυτό το ταξίδι. Δηλαδή αφού άργησες και έχασες τη «Μπακόκα», ξέχασε τώρα και τη Γλαρέντζα.

Εξετάζουμε όμως και μιά δεύτερη εκδοχή της φράσης αυτής που ίσως να προέρχεται από την εγκαταλειμμένη Γλαρέντζα[1] ή Clarentia ή Clarence που ήταν κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας, σημαντική οχυρωμένη πόλη και λιμάνι της Πελοποννήσου. Μπορεί δηλαδή να επικράτησε όταν την αποχερετούσαν οι κάτοικοί της που για κάποιο λόγο μετοίκησαν σε άλλους προορισμούς.

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
246
Άρθρα
1076
Εμφανίσεις Άρθρων
18038675

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 380 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα