Δήμος Αρχ. Ολυμπίας
  • Εγγραφή

Frontpage

Το παρακάτω διήγημα βρισκόταν στο αρχείο μας χρόνια… όπως και πολλά άλλα που αφορούν την Ηλεία.

Η φράση «Αντίο Γλαρέντζα» ακουγόταν στα χωριά μας και την προφέραμε για κάτι που χάσαμε.

Μας τη θύμισε σήμερα ο αγαπητός ξάδελφος Δημήτρης Παπαντώνης με αφορμή το δημοσίευμά μας εδώ, «Ναυμαχία ανοιχτά της Κυλλήνης (Γλαρέντζας) το 1825».

Μας ρώτησε για τη φράση «Αντίο Γλαρέντζα» και από πού βγαίνει.

Του απαντήσαμε ως μόνη πηγή που έχουμε είναι, το διήγημα του Νίκου Καραντινού που περιγράφει τον Μήτσο από την Ανδραβίδα και τον αστρίτη που δεν άφησε τον μικρό να ακολουθήσει με το καΐκι, τους τσαμπάσιδες, στην πολυπόθητη Γλαρέντζα.

Ίσως όμως να υπάρχει και δεύτερη εκδοχή - πηγή της φράσης και να προέρχεται από την εγκαταλειμμένη Γλαρέντζα[1] ή Clarentia ή Clarence που ήταν σημαντική οχυρωμένη πόλη και λιμάνι της Πελοποννήσου κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας.

Κώστας Παπαντωνόπουλος Δεκέμβρης 2018

Ήταν στα προπολεμικά χρόνια, που δυο φορές το χρόνο έφταναν στο νησί μας οι Μοραΐτες τσαμπάσηδες και αγόραζαν άλογα, φοράδες, πουλάρια και τα πήγαιναν στο Μοριά. Ο Μήτσος, από την Αντραβίδα[2] άντρας πανύψηλος, γεροδεμένος με φράγκικο ντύσιμο εκτός από τα παπούτσια, που προτιμούσε τσαρούχια με φούντα. Ο άλλος Μοραΐτης ήταν ο Μπάμπης, κοντόσωμος, με τη φουστανέλα, την κάπα και την γκλίτσα του.

Καλοδεχούμενοι σ' όλο το νησί είχαν δέσει πολλές φιλίες και κουμπαριές. Είχαν τ' αραξοβόλι τους στην ταβέρνα μας κι έπιναν μπόλικη θηνιάτικη μαυροδάφνη κι επί τόπου είχαν ύπνο πάνω στις κάπες στις μακριές μαγκάδες. Ωρες ατέλειωτες όταν τύχαιναν χειμωνάδες κουβέντιαζαν για τ' άλογα που είχαν ακουστεί για πούλημα. Συχέριο μεγάλο το άλογο τότε για όλες τις δουλιές του κάμπου από τη σπορά, τις μεταφορές γι' αυτό και δύσκολα κι ο ξωμάχος αποφάσιζε να το πουλήσει και να στερηθεί τη βοήθεια του στον κάμπο.

Οι ανάγκες που είχε τότε, αλλά και τώρα, του ξωμάχου το σπιτικό, όσο κι αν σφίγγει τα δόντια του για να τις βαστήξει σφαλιστές κι άγνωστες στους τέσσαρες τοίχους, αυτές περπατάνε και μαθεύονται.

Ετσι κι οι Μοραΐτες, που χρόνια έκαναν στον τόπο αυτό το νταραβέρι τα 'ξεραν όλα και αυτό που γνώριζαν καλύτερα απ' όλους ήταν ποιος νοικοκύρης πνιγμένος στα χρέη μπορούσε να κουβεντιάσει και να πουλήσει το ζωντανό του.

Και δεν αγόραζαν δεύτερο πράμα οι Μοραΐτες. Κυνηγούσαν να πιάσουν την αφρόκρεμα να φορτώσουν ό,τι καλύτερο για την Αντραβίδα. Αλλά και ποιος ξωμάχος άφηνε το άλογό του, το χαλινάρι του που πάνω του στήριζε του σπιτιού του το ψωμί, το είναι του;

Αντιστεκόταν, όπως μπορούσε, τα κουβέντιαζε και τ' άφηνε ανοιχτά με τον κρυφό τον πόθο μήπως και κρατούσε το ζωντανό του που τόσο ανάγκη το 'χε το σπίτι του. Αλλά οι ανάγκες του ξωμάχου είναι μαύρες και εύκολα δεν τους ξεφεύγεις.

Συχνά οι κουβέντες τραβούσαν μέρες, φαίνονταν πως τέλειωναν αλλά το χαλινάρι δεν το άφηνε από τα χέρια του ο ξωμάχος. Η κουβέντα έπαιρνε μάκρος ώσπου κάποτε ξαφνικά κάποιο Σάββατο θα του μετρούσαν 10-12 «χήνες» έτσι έλεγαν τα προπολεμικά χιλιάρικα και το σπιτικό του δεχόταν με κλάμα βουβό τον ξωμάχο δίχως το ζωντανό του.

Τέτοια όμως νταραβέρια δε γίνονται στα βουβά, τα ποτήρια γεμίζουν κι αδειάζουν με το θηνιάτικο κρασί κι οι κανταδόροι το 'ριχναν στις αριέτες που από χρόνια είχαν συνηθίσει. Εμπαιναν τότες στην άκρη όλα τα παζάρια και τραγουδούσαν την «Ξανθούλα» και την άλλα νοσταλγικά τραγούδια από του Σολωμού τα χρόνια, που από στόμα σε στόμα ανώνυμα ταξίδευαν και τα τραγουδούσε ο λαός. Ο Μήτσος ο Μοραΐτης, έτσι τον είχαν ονοματίσει οι ξωμάχοι, που είχε τόσα χρόνια αλισβερίσια με τ' άλογα πολλές φορές, καθώς μ' έβλεπε να τρυπώνω στη συντροφιά του με φώναζε κοντά του και μεγαλόφωνα μου έταζε πως θα μ' έπαιρνε μαζί του στη Γλαρέντζα. Ετσι η Γλαρέντζα που έταζε άρχιζε να φαντάζει σαν η μυθική πολιτεία, που με καρτερούσε και που συχνά αναρωτιόμουν, πώς εκείνος ο δάσκαλός μας, που μας είχε κάνει ξεφτέρια στη γεωγραφία είχε ξεχάσει να μας ταξιδέψει Γλαρέντζα. Στη Γλαρέντζα εκεί που θα πηγαίναμε με το Μήτσο και το καΐκι μας την «Μπακόκα». Πέρασε κάμποσος καιρός, έγιναν κάμποσα ταξίδια. Ούτε λόγος για τη Γλαρέντζα που μου είχαν τάξει και που πάντα εγώ περίμενα. Κάποτε, έτσι απρόσμενα έφτασε η ώρα, να διαβώ τη θάλασσα, την πλατιά τη μεγάλη, και να ταξιδέψω μαζί με τ' άλογα στη μυθική Γλαρέντζα, που τόσο καρτερούσα. Προπολεμικό καλοκαίρι, κοντοζύγωνε να φύγει ο θεριστής. Είχαμε ανάψει τετράψηλες τις φωτιές του Αη-Γιάννη. Η σταφίδα μαυρολογούσε που έφτανε η ώρα για το ταξίδι, που αν όλα πήγαιναν καλά το ταξίδι με τα πανιά ήθελε τότε κοντά μια βδομάδα. Πολλές φορές με του καιρού τα ξαφνιάσματα και τις αναποδιές ήθελε μήνα ολόκληρο. Αγριο το κανάλι ανάμεσα στη Ζάκυνθο και δεν είχε παίξε - γέλασε όταν το έπιαναν οι μεγάλοι θυμοί του.

Έπρεπε να κάνω τα «ταξιδιωτικά» μου, τις ετοιμασίες μου, όλα τα χρειαζούμενα καθώς το καΐκι τέλειωνε το φόρτωμα και το απόγιομα θα 'ταν έτοιμο για να σαλπάρει. Κοντινές οι αποστάσεις, ούτε μισή η ώρα. Θα πεταγόμουν στο χωριό. Η παραγγολή του πατέρα μου κοφτή, πάρε τα ρούχα κι έλα. Μην ξεγελαστείς στο χωριό. Το καΐκι δε θα σε περιμένει. Στα πεταχτά βρέθηκα στο χωριό, όλα έτοιμα, σαΐτεψα στη δημοσιά και σε λίγο κοντοζύγωνα να μπω στη Χώρα και να βρεθώ στο πόρτο. Τον κάμπο τον ξέραμε πόντο πόντο. Ξέραμε του κάθε ζωντανού τα σημάδια και διαβάζαμε πάνω στο χώμα του φιδιού το σύρσιμο. Είχαμε συχνά συναπαντήματα με τα φιδίσια πουκάμισα, καθώς σέρνονταν πάνω στ' αγκάθια κι άφηναν το ντύμα τους τη μια οι οχιές, οι αστρίτες αλλά πολλές φορές μεγάλα γεροντόφιδα, που για χρόνια πολλά κόνευαν σε μεγάλες μεγάλες τρύπες στα καλυβόσπιτα που 'χαν στα σταφιδάλωνα οι ξωμάχοι.

Τ' άφηναν στα θαλάμια τους απείραχτα τα γεροντόφιδα και συχνά πάνω στο λόγο έκαναν αναφορά καθώς σπάνια τύχαινε του διαβάτη το μάτι να πέσει πάνω σε τέτοιο σερνάμενο θερίο να μπαίνει στην τρύπα του.

Αλλοιώτικος βέβαια ο λογαριασμός με τ' άλλα φίδια που μπορεί να μην ήταν μεγάλα και χοντρά, αλλά όσο μπόι τους έλειπε τόσο επικίντυνα και συχνά θανατερά ήταν για τους ξωμάχους, όταν τύχαινε να 'χουν, πάνω στη δουλιά του κάμπου κάποιος απρόσεχτο μαζί τους συναπάντημα. Η οχιά, γιατί τα περισσότερα ήταν οχιές, χτυπούσε και άρχιζαν στα παλιά τα χρόνια τα τρεξίματα στα νοσοκομεία κι όποιος προλάβει το κακό.

Είχαμε μάλιστα μάθει έμμετρα της ζωής τις χρονικές προδιαγραφές αν τύχαινε κανένας να δαγκωθεί από την οχιά. Κανονικό τετράστιχο που 'λεγε:

Αν σε φάει η οχιά

πέντε μέρες έχεις γεια.

Αν σε φάει το κονάκι

το τσαπί και το φτυαράκι.

Τρεχάτος είχα διαβεί το σταυροδρόμι, που το σκίαζε η μεγάλη βενετσιάνικη ελιά. Από τα αριστερά ο κάμπος της Λαγκάδας με τη σταφίδα πλούσια να μαυρολογάει στις φυτιές. Ούτε μήνας και τ' αλώνια θα μοσκοβολούσαν με τη «μαυρομάτα» απλωμένη. Από τη δεξιά μεριά της δημοσιάς τα περιβόλια του αφέντη που του τα δούλευαν σεμπρικά που νύχτα - μέρα ήταν πάνω στη γη σαν τα μερμήγκια. Μια ολόκληρη φαμελιά μέσα στον κάμπο. Εκεί είχε ανοίξει μια δεξαμενή ένα «λόμπο», που τα νερά του τα είχαν και πότιζαν τα περιβόλια.

Κοντοστάθηκα για λίγο, με το μάτι καρφωμένο πάνω στη σιδεροστιά, που έφερνε το αυλάκι στο λόμπο (δεξαμενή). Ηταν αυτό που αντίκρισα κάτι που με πέτρωσε... Και δεν είχα το κουράγιο να κάνω δυο βήματα μπρος.

Ένας πελώριος αστρίτης ανασηκωμένος κι έτοιμος να σαϊτέψει για να διαβεί το δρόμο και να πέσει μέσα στις σταφίδες με σταματούσε καθώς είχα κιόλας μπει στη Χώρα. Παράτησα τη δημοσιά, και τρεχάτος έπιασα το μονοπάτι για να βγω από τον πιο κοντινό δρόμο στ' ακροθαλάσσι και να προλάβαινα την «Μπακόκα», που είχε ανοίξει τα πανιά της, είχε φτάσει στο Λαρδικό και με τον καιρό στρωτό θα 'φτανε ξημερώματα στη Γλαρέντζα. Εμεινα για λίγο σύξυλος στο πόρτο, που κουβέντιαζε όλα τα νέα του ταξιδιού και φυσικά και το δικό μου χαμένο ταξίδι. Αλλος με λόγο γλυκό, καλοσυνάτο κι άλλοι με λόγια που είχαν πίκρα, λόγο περιπαιχτικό.

Αντίο Γλαρέντζα, έσπευσε να μου πει, χωρίς άλλη λέξη, ο πατέρας μου όταν μ' αντίκρισε να φτάνω με τα ρούχα στο πόρτο.

- Εσένα - πρόσθεσε - θα καρτερούσε το καΐκι να 'ρθεις νυχτιάτικα όποτε θέλεις; και όπως το συνήθιζε πέταξε τη διδαχή του.

- Μάθε το. Και να το θυμάσαι σ' όλη σου τη ζωή. Ο ταξιδιώτης πρέπει πάντα να 'ναι προσθαλασσού. Δε σε καρτερούνε. Εσύ πρέπει να περιμένεις...

Το ταξίδι για τη μυθική Γλαρέντζα, αυτό το πρώτο μου ταξίδι που το 'κοψε ο αστρίτης θα 'ρχόταν η ώρα του να γίνει. Ταξίδι αλλιώτικο βέβαια μα το ίδιο όμορφο. Μια μέρα της Κατοχής, στην αίθουσα, τη μικρή της Φιλοσοφικής, δίπλα στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου. Με τον καθηγητή Νίκο Βέη να μας ταξιδεύει στις μεσαιωνικές πόλεις, στα πόρτα, στα κάστρα.

Ηταν εκείνο το απόγιομα που θα άκουγα και που θα μάθαινα για τη Γλαρέντζα, για τη μυθική πολιτεία που η πρόσκληση του τσαμπάση από το Μοριά έμενε, ύστερα από τόσα χρόνια ακόμη, ανοιχτή τυλιγμένη στα μεσαιωνικά, μυθικά της πέπλα.

Ο καθηγητής, που συνήθειο του ήταν να κατεβαίνει από την έδρα και να διδάσκει περιπατητικά, πάντα καλοσυνάτος με τους φοιτητές πλησίασε μια όμορφη Ζακυνθηνοπούλα όνομα και θρέμμα του Τζάντε για να τη ρωτήσει, αν γνώριζε ποια ήταν η Γλαρέντζα. Η κοπελιά του Τζάντε έγινε σαν το μπουκασί, ολοκόκκινη, χωρίς ούτε αυτή, ούτε και άλλος να δώσει απάντηση στην ερώτηση του Νίκου Βέη.

Την απάντηση θα την έδινε πια ο καθηγητής. Ταξίδι με της φαντασίας τα φτερά σε κόσμους μεσαιωνικούς, σε κάστρα και πόρτα ονομαστά σε μοναστήρια με ονόματα, που τα μιλούσε ακόμη ο λαός αλλά εμείς, φοιτητές τότε, ξαφνιασμένα τα πρωτακούγαμε. Στο τιμόνι μαζί μας ταξιδευτής στη μεσαιωνική περιήγηση κι ο δάσκαλος. Τη μια στη Βοστίτσα (Αίγιο), στη Βιτρινίτσα (Ερατεινή), στην Τζίμοβα. Κάθε όνομα κι ένα ολόκληρο μάθημα.

Εκείνο τ' απόγιομα το μάθημα θα τέλειωνε με τη Γλαρέντζα, την Κυλλήνη. Η Ζακυνθηνοπούλα ξανάβρισκε της ομορφιάς της τα χρώματα. Και για μας τέλειωνε πλούσια το πρώτο εκείνο ταξίδι για τη μυθική Γλαρέντζα που το 'κοψε ο πελώριος αστρίτης, που βρέθηκε μπροστά στο δρόμο μας έτοιμος να σαϊτέψει στο λιοπύρι του κάμπου.

Πηγή: Του Νίκου ΚΑΡΑΝΤΗΝΟΥ

[1] Χτίστηκε από τους Βιλλεαρδουίνους του Πριγκιπάτου της Αχαΐας στη θέση της αρχαίας Κυλλήνης στην Ηλεία κατά τον 13ο αιώνα και χρησίμευσε ως επίνειο της Ανδραβίδας, της πρωτεύουσας του πριγκιπάτου. Η ιδιαίτερη σημασία της πόλης φαίνεται από το γεγονός ότι τα νομίσματα του πριγκιπάτου, τα τορνέζια, έφεραν την ένδειξη DE CLARENTIA και αργότερα DE CLARENCIA. Το λιμάνι και το κάστρο της Γλαρέντζας υποστηριζόταν και από το φρούριο Χλεμούτσι το οποίο βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή. H Γλαρέντζα απέχει περίπου 5-6 χλμ. από το Χλεμούτσι και 12-13 χλμ από την Ανδραβίδα. Η πόλη αναφέρεται στις πηγές της εποχής με διάφορα ονόματα, όπως Γραρέντζα, Κλαρένζα, Κλαρέντσα, Κλορένστια και Κιοφέντσα

[2] Η Ανδραβίδα είναι κωμόπολη της Ηλείας σε υψόμετρο 14 μέτρα και αποτελεί την έδρα της Δημοτικής Ενότητας Ανδραβίδας του καλλικρατικού δήμου Ανδραβίδας – Κυλλήνης. Βρίσκεται 36 χλμ. ΒΔ του Πύργου και 64 χλμ. ΝΔ της Πάτρας. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1205 - 1460) υπήρξε πρωτεύουσα του πριγκιπάτου της Αχαΐας (Μορέως) και έδρα του επισκόπου Ωλένης. Υπήρξε η μεγαλύτερη και λαμπρότερη πόλη της Ηλείας καθώς ήταν η έδρα των Φράγκων πριγκήπων Βιλλεαρδουίνων. Από το ένδοξο παρελθόν της το μόνο που σώζεται σήμερα είναι το γοτθικό μέρος του χώρου του Ναού της Αγίας Σοφίας και δύο παρεκλήσια.

Γράφει ο Γιάννης Παλούμπης, Αντιναύαρχος (ε.α.)

Οι ακτές της Ηλείας είναι γνωστές στους περισσότερους Έλληνες αλλά και σε εκατομμύρια ξένους γιατί αποτελούνται από πανέμορφες παραλίες με λευκή σαν ζάχαρη άμμο, που σχηματίζουν ατέλειωτες ευθείες εκπληκτικού κάλλους και αποτελούν πόλους έλξης σημαντικού τουριστικού ρεύματος.

Λόγω της διαμόρφωσής τους δεν είναι πολύ φιλικές στους ναυτικούς γιατί δεν σχηματίζουν όρμους, κόλπους ή κόρφους και επομένως δεν προσφέρουν φυσικά καταφύγια στη ναυτιλία ή την τοπική αλιεία.

Το γεγονός ότι οι ακτές είναι αλίμενες έχει συντελέσει ώστε να μην αναφέρονται στην ιστορία παραμονές στόλων κοντά σ’ αυτές και ούτε να έχουν διεξαχθεί αποφασιστικές ναυμαχίες στο πέλαγος μπροστά.

Η σύγκρουση ναυτικών δυνάμεων στα ανοιχτά της Ηλείας μόνο συμπτωματικά θα μπορούσε να έχει συμβεί, εάν συναντιόντουσαν τυχαία, όντας εν πλω προς άλλους προορισμούς.

Μία τέτοια σύγκρουση έλαβε χώρα στις 25 Νοεμβρίου 1825 μεταξύ του Οθωμανικού Στόλου αποτελούμενου από ναυτικές Μοίρες τουρκική, αιγυπτιακή, τυνησιακή κ.α. και τμήματος του Ελληνικού Στόλου που αποτελείτο μόνο από την υδραίικη Μοίρα.

Οι συνθήκες που οδήγησαν στη σύγκρουση δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της πολιορκίας του Μεσολογγίου και της προσπάθειας του Ελληνικού Στόλου να ανεφοδιάσει από θαλάσσης τη δοκιμαζόμενη πόλη.

Γεννήθηκε στο Αντρώνι το 1900 από τον Αργύρη Παπαντώνη και την Ελένη Παπούλια[1] (Ρούσου), από το Κούμανι. Η Ελένη Παπούλια (Ρούσου) ήταν μια πανέμορφη γυναίκα που άφησε όνομα στην περιοχή. «Σαν την Ελένη» έλεγαν. Αδέλφια της ήταν η Γιαννούλα[2], η Καλλιόπη[3], η Χρυσάνθη[4] και ο Βασίλης[5].

Η Ελένη όπως είπαμε, παντρεύτηκε τον Αργύρη Παπαντώνη (Πλιέγκα), με απογόνους τον Κώστα (Κωστάκη Πλιέγκα)- Παπαντωνόπουλο (που δεν είχε παιδιά) και τον Νικόλα (Πλιέγκα) Παπαντώνη που έκανε τον Αργύρη[6], τον Γιώργη[7] και τον Θοδωρή,από όπου προέρχεται και η αφεντιά μας. Τα παιδικά χρόνια του Κωστάκη του Πλιέγκα ήταν πολύ δύσκολα με μεγάλη φτώχεια.

Σχολείο[8] πήγε το 1907 απευθείας στο καινούριο, δυο τρεις τάξεις μόνο και έμαθε γραφή και αριθμητική. Η κύρια ασχολία του ήταν η γεωργία και από μικρός ως νέος δούλευε αξίνα στον κάμπο,από ήλιο σε ήλιο και έπαιρνε 2 δραχμές την ημέρα.  Μας είχε αφηγηθεί πολλές ιστορίες από την θητεία του στο στρατό, αφού συνέπεσε με την Μικρασιατική καταστροφή.

Παντρεύτηκε την Αγγελική (1908-2001) την πρωτότοκη κόρη του Δημήτρη Παπαντώνη[9] (Μπούκη). Την οποία έκλεψε[10] δύο φορές. Την πρώτη φορά, τον έκλεισαν στη φυλακή για αποπλάνηση ανηλίκου. Ωστόσο δεν τον πείραξε η φυλακή, αλλά ότι τον "κούρεψαν", πράγμα που θεωρείτω για την εποχή μεγάλη προσβολή. Όταν βγήκε, δεν έκατσε έτσι, έψαξε και βρήκε αυτόν που τον πρόδωσε και του ανταπέδωσε, κούρεμα με το προβατοψάλιδο.

Την περασμένη Κυριακή είπαμε να κάνουμε μια επίσκεψη στα Ιλίσια, στη δεύτερη συνοικία της Αθήνας, μετά τα Λιόσια (Ίλιον σήμερα), που υποδέχονταν συγχωριανούς μας. Σχεδόν όλοι οι Αντρωναίοι που μετοίκησαν στην Αθήνα πέρασαν από αυτές τις δύο συνοικίες. Στα Λιόσια το κέντρο διερχομένων ήταν το σπίτι της Μαργαρίτας και του Λάμπη του Ζαμπούνα και στα Ιλίσια οι Λαμπαδαίοι (Τσαμπαλαίοι), οι Σιναίοι και ο Νικολός Συλάιδος (Πιέρος).

Προορισμός της απρόοπτης επίσκεψής μας αυτό το πρωινό, ήταν το καφενείο πριν την μεγάλη στροφή στα Ιλίσια, που συχνάζουν οι συγχωριανοί μας. Εκεί τους βρήκαμε, σχεδόν όλους και πολύ χαρήκαμε αμφότεροι. Ο Χρήστος, ο αδελφός του ο κ. Νίκος Λαμπαδάς και ο Πιέρος. Ο μπάρμπα Νικάκης δυστυχώς δεν μπόρεσε να παρευρεθεί.

Η συζήτηση, όπως καταλαβαίνετε κύλησε γύρω από το χωριό μας. Εξάλλου οι δύο αδελφοί Τσαμπαλαίοι, διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στη σύγχρονη ιστορία του χωριού, κυρίως μέσα από το σύλλογο της Αθήνας και συνεπώς γνωρίζουν πάρα πολλά θέματα γύρω από το Αντρώνι.

Εμείς όπως πάντα, δε χάσαμε την ευκαιρία και καταγράψαμε τις ανέκδοτες λαϊκές ιστορίες, που αφορούσαν διάφορα κατορθώματα ανθρώπων που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, καθώς και αυτών που έβαλαν τη σφραγίδα τους στην ιστορία του χωριού μας.

Προς το τέλος και ενώ θυμηθήκαμε τόσα από το παρελθόν του τόπου μας (πρόσωπα, φάρσες κλπ), φέραμε την κουβέντα στις δραστηριότητές που μας απασχολούν σήμερα και κυρίως στη συλλογή βιβλίων, για την επικείμενη βιβλιοθήκη που ευελπιστούμε, σε λίγο καιρό να είναι πραγματικό γεγονός.

Η συζήτηση τότε στράφηκε στα κλεμμένα βιβλία από την προηγούμενη βιβλιοθήκη που είχε δημιουργηθεί τη δεκαετία του 1980. Τους καθησυχάσαμε, ότι γνωρίζουμε ποιοί τα έχουν πάρει και ευελπιστούμε, όταν ετοιμαστεί η καινούρια, να τα επιστρέψουν στον χώρο στον οποίο ανήκουν.

Τότε έγινε κάτι απρόσμενο και η χειρονομία αυτή μας συγκίνησε αφάνταστα!

Σηκώθηκε ο Νικολός Συλάιδος και μας είπε: «πάω να ετοιμάσω κάποια βιβλία να σου δώσω και δεν με ενδιαφέρει που θα τα διοχετεύσεις, εγώ σε εσένα τα δίνω».

Ο Νικολός είναι γνώστης του βιβλίου, καθότι η δουλειά του εδώ στην Αθήνα ήταν πάντα μέσα στα βιβλία και στους εκδοτικούς οίκους.

Τον ευχαριστήσαμε μέσα από την καρδιά μας για αυτή την ευγενική προσφορά του και του εξηγήσαμε ότι τα βιβλία που μας εμπιστεύθηκε θα έχουν μια ξεχωριστή θέση όπως τους αξίζει, στη βιβλιοθήκη του Αντρωνίου!

Όλοι οι τίτλοι είναι καινούριοι. Από αυτούς περίπου πενήντα (50) κομμάτια, όπως θα δείτε και στις φωτογραφίες, είναι κυρίως βιβλία λογοτεχνικά και είκοσι (20) τόμοι είναι η οικολογική εγκυκλοπαίδεια.

Όλα τα παραπάνω, έχουν ως σκοπό να ευχαριστήσουμε δημόσια και εκ μέρους όλων των συγχωριανών μας τον Νικολό (Πιέρο), αλλά και να σας ενημερώσουν για την προσφορά του, που παρόλες τις συμφορές που τον βρήκαν, μεταδίδει ένα αισιόδοξο παράδειγμα προς μίμηση σε όλους μας.  

Κώστας Παπαντωνόπουλος Δεκέμβρης 2018

Φώτο: Η ηγεσία της SOE 133 ομάδας στην Αράχωβα (Οκτώβριος 1943) J. Stevens, P. Mc Muller, D. Campbell, A. Andrius, W. Red

Στο συνοικισμό Πανόπουλο που βρίσκεται στις παρυφές της Πηνείας, ανατολικά του οικισμού των Αγνάντων, είχε εγκατασταθεί μια ομάδα Άγγλων κομάντος υπό τον ταγματάρχη Ντούγκαν Κάμπελ και τον Λοχαγό Ντόνες, συντονίζοντες και οργανώνοντας την Ελληνική Αντίσταση, δίδοντας δε στους Γερμανούς ψευδείς πληροφορίες περί επικείμενης απόβασης των συμμάχων στην Πελοπόννησο.

Με τις οδηγίες της Αγγλικής ομάδας, εκεί στις παρυφές του δάσους προς το χωριό, διαμορφώθηκε χώρος ρίψεων εφοδίων εκ του αέρος από τα συμμαχικά αεροπλάνα.

Αρχηγός της αποστολής στην Πελοπόννησο ήταν Τζων Στήβενς συνταγματάρχης, ο Άντονυ Άντριους αντισυνταγματάρχης και ο Ντούγκαν Κάμπελ[1] ταγματάρχης.

Οι Στήβενς και Άντριους ήσαν καθηγητές του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και ειδικά εκπαιδευμένοι στο τομέα της αντικατασκοπίας. Έπεσαν με αλεξίπτωτο στο οροπέδιο της Ρακίτας[2] και παρελήφθησαν από συνεργάτες τους ενώ συνεργάστηκαν και με τον αρχηγό του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου Δημήτριο Μίχου.

Αργότερα, σύμφωνα με μαρτυρίες χωρικών, ένας Γερμανός πιλότος, σ’ αυτόν τον αεροδιάδρομο, κατάφερε και προσγείωσε ένα αεροπλάνο «Στούκας[3]».

Γράφουν: Η. Τουτούνης, Κ. Παπαντωνόπουλος.

[1] Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που δούλεψαν εκεί, την κατασκευή επόπτευε και ο Λοχαγός Ντόνερ.

[2] Το οροπέδιο είναι κοντά στο όρος Μπαρμπάς του ορεινού όγκου του Παναχαϊκού, σε υψόμετρο 1.130 μέτρων περίπου. Στην περιοχή υπάρχουν δύο μικρές λίμνες, η λίμνη Βεργούρι και η ομώνυμη λίμνη Ρακίτα καθώς και το ρέμα Τσίκιζα που διατρέχει το οροπέδιο

[3] ο Junkers Ju 87, ή Stuka (Στούκα) είναι συντόμευση της λέξης Sturzkampfflugzeug, (πολεμικό γερμανικό μαχητικό αεροσκάφος κάθετης εφόρμησης). Αναγνωρίζεται εύκολα από τις αντεστραμμένες πτέρυγες γλάρου, από τις σταθερές ρόδες και τη σειρήνα του που λόγω της επιπρόσθετης οπισθέλκουσας μείωνε την ταχύτητα στο ήδη αργό αεροσκάφος. Το Stuka εισήγαγε κάποιες πρωτοποριακές καινοτομίες, όπως τα αυτόματα φρένα, που εξασφάλιζαν την έξοδο του αεροσκάφους από τη βύθιση, ακόμα και στην περίπτωση λιποθυμίας του πιλότου από την έντονη επιτάχυνση και μια σειρήνα κάτω από το ρύγχος, που λειτουργούσε με τον εισερχόμενο αέρα και ούρλιαζε κατά τη διάρκεια των βυθίσεων για να τρομοκρατεί τους αντιπάλους. Τα Stukas αποτελούσαν ένα είδος ψυχολογικού πολέμου. Οι σταθερές ρόδες του επέτρεπαν να προσ – απογειώνεται σε αυτοσχέδιους αεροδιαδρόμους κοντά στην πρώτη γραμμή, παρέχοντας στενή υποστήριξη στις προελαύνουσες γερμανικές δυνάμεις. Σχεδόν 6.000 Ju 87 κατασκευάστηκαν στην περίοδο 1936 – 1944.

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Στατιστικά Μετρητές

Χρήστες
246
Άρθρα
981
Εμφανίσεις Άρθρων
14785653

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 331 επισκέπτες και κανένα μέλος

S5 Box

Login

Register

Δημοφιλή άρθρα