Καλώς ορίσατε στην αρχαιότερη ιστοσελίδα της Ηλείας, στο Αντρώνι και στην Ορεινή Ηλεία.

Είναι οι κατάφυτες διαδρομές μέσα στις βελανιδιές και στα πλατάνια στο κέντρο της Κάπελης με τις απόκρημνες πλαγιές, τα σκιερά φαράγγια με τις πολλές σπηλιές, τους καταρράκτες, τους νερόμυλους και τις νεροτριβές, με τις δροσερές πηγές και τα καθαρά ποτάμια... Με τα πετρόχτιστα σπίτια, τα νόστιμα φαγητά και το καλό κρασί, τα αρχοντικά γλέντια και τους φιλόξενους κατοίκους.

ΑΧΝΑΡΙ- ΧΝΑΡΙ - ΙΧΝΟΣ

Γράφει ο Κώστας Παπαντωνόπουλος

Αχνάρι ή χνάρι, ή ίχνος, μεσαιωνική ελληνική λέξη «Ιχνάριον» υποκοριστικό του ίχνος, λέγεται το αποτύπωμα που δημιουργείται στο έδαφος από το πάτημα ζώου, ανθρώπου, μηχανήματος κ.λπ.

Τ’ αχνάρια αποτυπώνονται κυρίως στο έδαφος που έχει σκόνη, λάσπη όταν είναι σκαμμένο (οργωμένο), στην άμμο, στο χιόνι, στην παγωνιά, στις πέτρες στις φυλλωσιές κ.ά.

Ανάλογα με το είδος που πάτησε και άφησε τα χνάρια του, μπορούμε να το διακρίνουμε.

Στις πέτρες και στα σκληρά εδάφη, δεν αναγνωρίζονται εύκολα τα χνάρια και τα ίχνη.

Τα δακτυλικά και άλλα παρόμοια αποτυπώματα όπως του φιλιού (από υπολείμματα βαμμένων χειλιών) κατατάσσουμε στα ίχνη.

Αρκετοί αλογοσούρτες, ζωοκλέφτες ακόμη και τα όργανα της τάξης, είχαν μια μέθοδο να μετρούν ακόμη και τον αριθμό των ζώων που πέρασαν κοπαδιαστά (κοπάδι) από ένα μέρος.

Η κίνηση του κοπαδιού σε μονοπάτια το ένα πίσω από το άλλο, ονομαζόταν «σουρταριά», ή «σουρταρωτά». Σουρσά ή συρμή λέμε και το αποτύπωμα του περάσματος των ερπετών.

Οι ζωοκλέφτες, για να μην γίνεται αντιληπτή η πορεία τους, έσβηναν τα ίχνη με κλαδιά από δένδρα ή θάμνους. Μπροστά έβαζαν να προπορεύονται τα κλεμμένα ζώα και ο τελευταίος ακολουθούσε μ’ ένα άλογο όπου πίσω του και σε απόσταση ενός - δυο μέτρων, είχε δέσει με σχοινί κλαδιά από θάμνους ή από δένδρα όπου με το σύρσιμο (συρμή) αλλοίωνε ή έσβηνε τα ίχνη τους.

Όπως είπαμε και παραπάνω οι ζωοκλέφτες, οι σούρτες αλλά και οι διωκτικές αρχές, είχαν εφεύρει τεχνικές εντοπισμού, μέτρησης, απόκρυψης, διακίνησης, πώλησης των ζώων επίσης και κάλυψης προσώπων που εμπλέκονταν σε αυτές τις διαδικασίες.

Όταν ανακάλυπταν τα ίχνη από κοπάδι, (αιγοπρόβατα, άλογα, βοοειδή κ.ά.), χάραζαν κάθετα της πορείας του δύο γραμμές, με απόσταση η μία από την άλλη για τα αιγοπρόβατα γύρω στα 70 εκατοστά και στα μεγάλα 120 εκατοστά. Ενδιάμεσα σε αυτές τις γραμμές μετρούσαν τα χνάρια και σε όποιο αριθμό καταλήγανε, τον διαιρούσαν δια του τέσσερα (όσα πόδια είχαν τα ζώα) και εύρισκαν στο περίπου πόσα ζωντανά πέρασαν από το μέρος εκείνο και ανάλογα ενεργούσαν.

Οι κάθε είδους παράνομοι της υπαίθρου μπέρδευαν τα ίχνη τους, προκειμένου να δείξουν την αντίθετη κατεύθυνση της πορείας τους στις διωκτικές αρχές. Ξεσόλιαζαν παλιά παπούτσια, με διαφορετικά νούμερα από αυτά που φορούσαν (μικρότερα ή μεγαλύτερα) και κατόπιν κάρφωναν ανάποδα τις σόλες στα παπούτσια τους.

Ένα έμπειρο μάτι ιχνηλάτη που εντόπιζε ανθρώπινα ίχνη, μπορούσε να καταλάβει αν περπατάει, αν τρέχει, αν είναι κουρασμένος, αν είναι τεμπέλης, αν είναι άρρωστος, αν είναι αθλητικός αν είναι γέρος, ή νέος κ.λπ.

Το ίχνος ανθρώπου που τρέχει, έχει βάθος στο μπροστινό μέρος και δεν φαίνεται καλά το αποτύπωμα από το υπόλοιπο χνάρι. Επίσης εάν κινείται τρέχοντας σε βρεγμένο τόπο, εντοπίζεται να έχει πετάξει λάσπες παραδίπλα από το απότομο πάτημα.

Αν είναι κουρασμένος και κινείται σε χώμα, βλέπουμε μικρά βήματα και να υπάρχει ελαφρύ σύρσιμο του ποδιού.

Ο κανονικός άνθρωπος κάνει σταθερά βήματα, άνευ συρσίματος και τα ίχνη των παπουτσιών δείχνουν ευθεία. Τα ίχνη της περπατησιάς του τεμπέλη ή πολύ κουρασμένου ανθρώπου, είναι πυκνά (μικρά βήματα), ανοικτά και όχι ευθεία.

Τέλος για τον άνθρωπο που έχει χαθεί βλέπουμε συνεχείς στάσεις όταν επιχειρεί ν’ αλλάξει πορεία με συνεχείς αλλαγές κατεύθυνσης.

Με τον έλεγχο των αχναριών οι διωκτικές αρχές έχουν εξιχνιάσει αρκετά εγκλήματα και πάσης φύσεως παρανομίες. Φαίνεται απ’ τα αποτυπώματα παπουτσιών, το νούμερο, τυχόν φθορά, μέτρημα καρφιών κλπ.

Έχουμε μαρτυρία από την ορεινή Ηλεία, που εξιχνιάστηκε έγκλημα, από το ίχνος παπουτσιού, με το μέτρημα καρφιών. Το αριστερό παπούτσι του δολοφόνου είχε απώλεια τριών καρφιών στο ίχνος που βρέθηκε στο νωπό έδαφος κατά την αποχώρησή του από τον τόπο του εγκλήματος.

Επίσης σε ένα επεισόδιο με τον λήσταρχο Λύγκο στην Γορτυνία όταν δρούσε στα χωριά Μπούλιαρι και Συριάμου, κοντά στης Κυράς το Γιοφύρι. Εκείνη την εποχή ήταν χειμώνας με πολύ χιόνι. Οι διωκτικές αρχές εντόπισαν το κρησφύγετο του Λύγκου, που ήταν η σπηλιά της Καβούλιας. Βρήκαν το μονοπάτι που οδηγούσε στην σπηλιά αλλά μόλις είχε περάσει ο Λύγκος, με τα χνάρια του που κατέβαιναν από την σπηλιά. Νόμισαν ότι τους είχε πάρει χαμπάρι ο Λύγκος και την έκανε με «ελαφρά πηδηματάκια» όπως λέμε σήμερα. Επομένως δεν υπήρχε καν λόγος ν’ ανεβούν επάνω στην σπηλιά. Και όμως ο Λύγκος ήταν στην σπηλιά! Είχε ανέβει το μονοπάτι χρησιμοποιώντας σόλες καρφωμένες ανάποδα στα παπούτσια του που έδειχναν αντίθετη πορεία. Γλύτωσε για άλλη μια φορά ο Λύγκος, χάρις στην εξυπνάδα του.

Επίσης στην ύπαιθρο, όποιοι ήθελαν να κρύψουν τα χνάρια τους, ή να μπερδέψουν τους διώκτες τους και να τους αποπροσανατολίσουν, περπατούσαν μέσα σε ποτάμια, λίμνες ή βάλτους.

Από μια μαρτυρία που έχει καταγράψει ο Ηλίας Τουτούνης εντοπίσαμε την κατασκευή ψεύτικων αχναριών αλεπούς από καταδιωκόμενο αντάρτη το Φεβρουάριο του 1949. Αφήγηση:

«….Πριν τρουπώσω μέσα στην σπηλιά, πήρα ένα κλαρί και χώθηκα μέσα σούρνωντας με τον κώλο. Μετά σκούπιζα τα αχνάρια μου και με τα δάκτυλα μου, να έτσι (κι του έδειξε τα πέντε δάκτυλα του χεριού του ενωμένα), πάταγα πολλές φορές στο στεγνό χώμα της σπηλιάς τα δάκτυλα συνέχεια να φαίνεται ότι περνοδιαβαίνανε μέσα μόνο αλεπούδες. Σιγά- σιγά τρύπωσα μέσα, στριμώχθηκα λίγο, με φάγανε και οι ψύλλοι, αλλά τα κατάφερα και τρύπωσα βαθειά και μετά χώθηκα πίσω από μια στρόκλα, από τις πολλές που έχει η σπηλιά…»

Της σκλάβας το Αχνάρι:

Ενδιάμεσα του δρόμου Μαγούλιανα Λάστα Αρκαδίας, επάνω σε μια πέτρα υπάρχει το χνάρι μιας γυναίκας και λίγο πιο πέρα το χνάρι ενός αλόγου. Λέγεται ότι κάποτε οι Τούρκοι έπιασαν μια γυναίκα σκλάβα. Η γυναίκα έκανε τον σταυρό της, καβάλησε ένα άλογο και έγινε άφαντη. Λέγεται όπου πατούσε το άλογο άφηνε χνάρια ακόμη και σε πέτρες. Στο δρόμο τσακίστηκε το άλογο (έσπασε το πόδι του) και η γυναίκα έφυγε τρέχοντας και όπου πατούσε (ακόμη και στις πέτρες) άφηνε το χνάρι της. Αυτή την πέτρα με τα χνάρια την είχαν κοινή οι Μαγουλιανίτες και οι Λασταίοι (Εφημερίδα «Καιροί», αριθμός 4007 στις 31 Ιανουαρίου 1900.

Παροιμίες και παροιμιώδεις εκφράσεις για το αχνάρι:

Αν λογάριαζε ο λύκος τ’ αχνάρια του, θα ψόφαγε της πείνας!

Γεροντικά αχνάρια σταθερή στράτα!

Εδώ βλέπεις το λύκο, κι εσύ ψάχνεις τ’ αχνάρια!

Κάθε χνάρι και τον αφέντη του!

Καθένας το αχνάρι του και ο Διάβολος με το σαμάρι του!

Ξένο το αχνάρι πάει το σαμάρι!

Ο Διάβολος χνάρια δεν αφήνει!

Όποιος παίρνει την σουρμή του φιδιού, στην τρούπα του θα φτάσει!

Όποιος περπατάει αφήνει αχνάρια, κι όποιος κοιμάται βλέπει ονείρατα!

Πήρε τα χνάρια του (του έμοιασε)!

Πόδι δεν πατήσει, αχνάρι δεν αφήνει!

Τα ξένα αχνάρια, δεν ξέρεις που σε πάνε!

Τα ψάρια χνάρια δεν αφήνουν!

Λεξιλόγιο:

Αλογοσούρτης, ο αλογοκλέφτης

Ανιχνευτής, ιχνηλάτης, αυτός που έχει την ικανότητα να διακρίνει τα ίχνη ενός ανθρώπου ή ζώου και έτσι να καθοδηγεί αυτούς που τον/το καταδιώκουν.

Απαχνάρισα, εντόπισα τα αχνάρια κάποιου.

Αχναριάρης, λέγεται ο ιχνηλάτης

Αχναριές, = τα πατήματα.

Αχναρίζω = ψάχνω για αχνάρια.

Αχνάρισμα, το = ο ενδελεχής έλεγχος αχναριού.

Αχναρίστηκα, = εντόπισαν τα αχνάρια μου.

Ιχνογραφία, λέγεται η ζωγραφική με γραμμές, χωρίς χρώματα και σκιάσεις.

Κουφάχναρο, λέγεται από τους ιχνηλάτες, η αλλοίωση του παρακολουθούμενου αχναριού.

Κωλάχναρο, το χνάρι που δεν διακρίνεται εύκολα, ή αυτό που μπερδεύει τον ιχνηλάτη. Η λέξη κωλάχναρο, ακούγεται στις τάξεις των ιχνηλατών.

Μουρλάχναρο, το μπερδεμένο αχνάρι.

Παράχναρο, το = το χνάρι που πατάει επάνω σε άλλο.

Πισάχναρο, λέγεται η στενή παρακολούθηση κάποιου, ακολουθώντας στενά τ’ αχνάρια του.


Εκτύπωση   Email

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Free Joomla! templates by Engine Templates