Παραδόσεις

ΚΟΥΜΠΑΡΙΑ ΚΑΙ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Άρθρο του Ηλία Τουτούνη, συγγραφέα - λαογράφου

Κουμπαριά

Η λέξη «κουμπαριά» προέρχεται από την ιταλική λέξη «compare» που σημαίνει έμπιστος φίλος. Εμείς κουμπαριά λέμε την συγγένεια που προκύπτει από την βάπτιση ή από το στεφάνωμα. Είναι το είδος συγγενικής σχέσης που δημιουργείται μεταξύ του κουμπάρου και της οικογένειας εκείνου που παντρεύτηκε ή βαφτίστηκε από αυτόν. Τοιουτοτρόπως ο όρος κουμπαριάζω, σημαίνει συνδέομαι συγγενικά με κάποιον μέσω της κουμπαριάς.

Με την απόφαση κάποιος να είναι μάρτυρας (νουνός) της βάπτισης του νεοφώτιστου παιδιού και μάρτυρας της συνένωσης του ζευγαριού, συνυπογράφει μια σχέση ζωής μαζί τους. Κατά το μυστήριο του γάμου, ο ιερέας προσφέρει στη νύφη και στο γαμπρό να πιούνε κρασί από το ίδιο ποτήρι. Όσο κρασί απομείνει στο ποτήρι, πρέπει να το πιει ο κουμπάρος κι η κουμπάρα. Κατά την τελετή του γάμου ο κουμπάρος και η κουμπάρα αλλάζουν πρώτα τα δαχτυλίδια, τρεις φορές και μετά τα στέφανα, επίσης τρεις φορές.

ΤΑ ΚΑΛΙΚΑΤΖΑΡΙΑ

Λαογραφική συλλογή – καταγραφή Τουτούνης Ηλίας
Οι καλικάτζαροι, είναι μια Ελληνική μυθοπλασία και δοξασία δαιμόνιων, που εμφανίζονται κάθε χρόνο, κατά το Δωδεκαήμερο δηλαδή από τις 25 Δεκέμβρη έως 6 Γενάρη.
Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία αυτές τις μέρες, όπου τα νερά είναι αβάφτιστα, οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη, με απώτερο σκοπό να πλησιάσουν τους ανθρώπους, να διασκεδάσουν και να τους πειράξουν με διάφορα καμώματα.
Οι καλικάτζαροι, πλην του Δωδεκαήμερου, τον υπόλοιπο χρόνο μένουν στα έγκατα της γης και πριονίζουν το δένδρο που κρατά τη γη. Βγαίνουν δε στην επιφάνεια κοντά στο τέλος της εργασίας τους, από το φόβο μήπως τελικά, η ετοιμόρροπη γη τους, πλακώσει και για να γιορτάσουν πρόσκαιρα τη νίκη τους. Όταν δε κατεβαίνουν βρίσκουν το δένδρο θρεμμένο πάλι και ακέραιο και ξαναρχίζουν το πριόνισμα. Το δένδρο των Χριστουγέννων συμβολίζει αυτή ακριβώς την ακεραιότητα και τη Θεϊκή δύναμη και προστασία με την παρουσία του Χριστού.

ΑΠΟΔΗΜΙΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ

Λαογραφική μελέτη συλλογή, Ηλίας Τουτούνης

Πολλές φορές, οι παλαιότεροι, μας ανάφεραν για μετακινήσεις εικόνων από ναό σε ναό αναφέροντας, ότι η τάδε εικόνα από την τάδε εκκλησιά ή μοναστήρι, για διαφόρους λόγους, έφευγε και πήγαινε κάπου αλλού σε κάποια άλλη εκκλησία.
Αρκετοί κάτοικοι, κυρίως της υπαίθρου και ιδίως κατά τις καλοκαιρινές νύκτες, που κοιμόντουσαν έξω, βλέποντας την περίεργη κίνηση μερικών κομητών* (αγνοώντας αυτό το φυσικό φαινόμενο), απέδιδαν αυτή την κινούμενη λάμψη σε θαυματουργικές και λατρευτικές δοξασίες λέγοντας ότι μετακινούνταν οι εικόνες από τον ένα ναό στον άλλον.
Στην περιοχή μας έχω ακούσει πολλές τέτοιες μετακινήσεις εικόνων όπως για την εικόνα της Παναγίας της Κλεισουριώτισσας, που σύμφωνα με την παράδοση, έφευγε από την Κλεισούρα και πήγαινε στον Άγιο Ηλία Πηνείας συγκεκριμένα στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου όπου προς τούτο σήμερα η Παναγία ονομάζεται Κλεισουριώτισα. Επίσης η Παναγία στην την Μονή Σωτηρούλας του Αγίου Ηλία Πηνείας φαίνεται να είχε έλθει από τις Πόρτες και την ονομάζουν Πορταΐτισσα. Η εικόνα της Ιεράς Μονής Σωτηρούλας στην Βουλιαγμένη, έφευγε και πήγαινε στην Μονή των Νοτενών.

Αντίο Γλαρέντζα

Το παρακάτω διήγημα βρισκόταν στο αρχείο μας χρόνια μαζί με πολλά άλλα που αφορούν την Ηλεία.

Η φράση «Αντίο Γλαρέντζα», ακουγόταν στα χωριά μας και την προφέραμε για κάτι που χάσαμε.

Μας τη θύμισε ο αγαπητός ξάδελφος Δημήτρης Παπαντώνης με αφορμή το δημοσίευμά μας, «Ναυμαχία ανοιχτά της Κυλλήνης (Γλαρέντζας) το 1825».

Ρώτησε αν γνωρίζουμε από πού βγαίνει ή τι σημαίνει η φράση, «Αντίο Γλαρέντζα»;

Απαντήσαμε τότε ότι, η μόνη πηγή που έχουμε ως τώρα είναι το διήγημα του Νίκου Καραντινού που περιγράφει τον Μήτσο από την Ανδραβίδα αλλά και τον αστρίτη που εμπόδισε τον μικρό ταξιδευτή να φτάσει στην πολυπόθητη Γλαρέντζα.Ο μικρός καθυστέρησε και δεν πρόκανε να ανέβει στο καΐκι με τα ζώα και τους τσαμπάσιδες. Αντίο Γλαρέντζα, έσπευσε να του πει ο πατέρας του που γνωρίζε την "κάψα" που είχε ο μικρός για αυτό το ταξίδι. Δηλαδή αφού άργησες και έχασες τη «Μπακόκα», ξέχασε τώρα και τη Γλαρέντζα.

Εξετάζουμε όμως και μιά δεύτερη εκδοχή της φράσης αυτής που ίσως να προέρχεται από την εγκαταλειμμένη Γλαρέντζα[1] ή Clarentia ή Clarence που ήταν κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας, σημαντική οχυρωμένη πόλη και λιμάνι της Πελοποννήσου. Μπορεί δηλαδή να επικράτησε όταν την αποχερετούσαν οι κάτοικοί της που για κάποιο λόγο μετοίκησαν σε άλλους προορισμούς.

Από τους Κενταύρους στους Κατσιμπουχέρους

Οι καλικάντζαροι ή κατσιμπουχέροι[1], τα κατζιόνια ή κατζιογέννηδες είναι όντα, δύσμορφα και πονηρά δαιμόνια που ανεβαίνουν την παραμονή των Χριστουγέννων στη Γη από τα έγκατά της, που όλο τον χρόνο προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που τη στηρίζει και παράλληλα φοβίζουν και ενοχλούν τους ανθρώπους μέχρι να φύγουν, την παραμονή των Θειφανείων.

Για την καταγωγή των καλικάντζαρων υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Εμείς λόγω καταγωγής θεωρούμε ότι είναι απομεινάρια του θεού Πάνα και των Κενταύρων. Άλλοι ότι προέρχονται από τους Καβειρίους Δαίμονες ή άλλων πλασμάτων της διονυσιακής λατρείας (π.χ. των Σατύρων). Κάποιοι άλλοι ότι προέρχονται από τις μεταμφιέσεις των Βυζαντινών που συνοδεύονταν από πανηγυρισμούς και γίνονταν στη διάρκεια του Δωδεκαήμερου. Η σχετική γιορτή ονομαζόταν Βοτά και λάμβανε χώρα από τον 5ο ως των 12ο αιώνα περίπου.

Οργιάζει η φαντασία του λαού μας σχετικά με το πώς είναι αυτά τα αλλόκοτα όντα.

Θέλουν τους καλικάτζαρους να έχουν ανθρώπινο σουλούπι, καμπούριδες, κακομούτσινοι, με τράγινα πόδια, με χέρια σαν της μαϊμούς, μονόματοι, μονοπόδαροι, μαλλιαροί με μακριά ουρά, με κόκκινα μάτια και με πόδια τράγου. Τους θέλουν επίσης κακά πλάσματα, που προκαλούν καταστροφές και εμφανίζονται τις μέρες της βασιλεία τους στους μύλους, στα σταχτοφούρνια, στις καμινάδες να λερώνουν τη φωτιά, να γλεντοκοπούν, να οργιάζουν και να μην αφήνουν τους ανθρώπους σε ησυχία.

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Free Joomla! templates by Engine Templates