Καλώς ορίσατε στην αρχαιότερη ιστοσελίδα της Ηλείας, στο Αντρώνι και στην Ορεινή Ηλεία.

Είναι οι κατάφυτες διαδρομές μέσα στις βελανιδιές και στα πλατάνια στο κέντρο της Κάπελης με τις απόκρημνες πλαγιές, τα σκιερά φαράγγια με τις πολλές σπηλιές, τους καταρράκτες, τους νερόμυλους και τις νεροτριβές, με τις δροσερές πηγές και τα καθαρά ποτάμια... Με τα πετρόχτιστα σπίτια, τα νόστιμα φαγητά και το καλό κρασί, τα αρχοντικά γλέντια και τους φιλόξενους κατοίκους.

ΓΟΥΡΝΟΤΣΑΡΟΥΧΑ ....ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ...!

Καταγραφή Ηλίας Τουτούνης

Τα παλιά χρόνια, που η βιομηχανία υποδημάτων ήταν ανύπαρκτη, οι άνθρωποι είχαν μεγάλη ανάγκη για την ποδεμή (υπόδηση). Η καθημερινή εργασία στην ύπαιθρο, όπου ακόμη και οι δρόμοι ήσαν κακοτράχαλοι και λασπωμένοι, οποιαδήποτε παπούτσια ή σανδάλια κι αν φορούσαν φθείρονταν πολύ γρήγορα και αχρηστεύονταν. Αρκετοί τύλιγαν τα πόδια τους με πανιά και τα έδεναν (φάσκιωναν), αλλά επάνω στα πανιά το καλοκαίρι προσκολλούσαν διάφορα χορτάρια όπως κολιτσίδες, μουχρίτσα αγκάθια κ.ά. Ακόμη ίδρωναν τα πόδια διότι δεν αερίζονταν και μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό, τότε μούσκευαν και χαλούσαν γρήγορα.

Έτσι ο άνθρωπος έβρισκε διαφόρους τρόπους, για να κατασκευάζει παπούτσια, ώστε να προφυλάξει τα πόδια του. Μεταξύ αυτών ήταν και το τσαρούχι με τις θηλιές που προέρχεται από το τουρκικό Garik) που ήταν ένα είδος παπουτσιού των χωρικών και των βοσκών, χαμηλό και ελαφρύ. Έπαιρναν το δέρμα των γουρουνιών (γουρνοτόμαρο) μετά το γδάρσιμο το αλατίζανε και το βάζανε στον ήλιο για να ψηθεί (αποξηρανθεί). Πριν το αποξεράνουν το έκοβαν σε φασκιές (στενές λωρίδες) πλάτους μιας ανοικτής παλάμης. Πιο γερά ήταν αυτά που γίνονταν από επεξεργασμένα χοντρά γουρνοτόμαρα και ειδικά από τα μεσάδια δηλαδή τις ράχες, επειδή οι άκρες δεν βάσταγαν πολύ. Κόβανε και ένα κομμάτι μεγαλύτερο από το πόδι τους και βάζανε τις φασκιές στο νερό, για να φουσκώσουν (μαλακώσουν). Ακόμη κόβανε και λουρίδες σαν ράμματα χοντρά από την μέση και μετά, τα πλάγια της φασκιάς. Μετά ξουράφιζαν τις τρίχες καλά για να πάρουν γυαλιστεράδα. Στην μια άκρη τη φασκιά την δένανε σαν φιόγκο. Της δίνανε το σχήμα του ποδιού. Σε ανάλογη απόσταση και όταν έσφιγγαν και δένανε τα λουροτσάρουχα με τις θηλιές, το τσαρούχι έσφιγγε και γινότανε σούρα και έπαιρνε το σχήμα του ποδιού. Αυτή την πλεξίδα με τα λουριά την λέγανε «σούρτα». Τα τσαρούχια τα φορήγανε οι τσοπάνηδες, οι κυνηγοί, οι οδοιπόροι και οι αγρότες γιατί ήσαντε ανάλαφρα στα πόδια τους για να μην κολλάνε απάνω οι λάσπες, τα νερά και το χιόνι. Αντί για κάλτσες έβαζαν πλεχτά τσουράπια.

Για να προφυλάξουνε τις κνήμες βάνανε τις γκέτες. Στην αρχή οι γκέτες ήσαντε πάνινες και αργότερα τις αντικατάστησαν με δερμάτινες. Ο πιο μεγάλος κίνδυνος για τα τσαρούχια ήσαν τα σκυλιά. Τα βράδια τα κρεμάγανε κάτου στο κατώι, απάνου στα πατερά για να μην τους τα φάνε τα σκυλιά ή τα αρπάξουνε οι γάτες. Όταν ξεραίνονταν για να μην τρίβουν τα άλειφαν πάλι με γουρνάλλειμα για να μαλακώσουν. Στις δύσκολες εποχές του Έθνους τα γουρνοτσάρουχα τα φορήγανε άνδρες και γυναίκες για να γλιτώσουνε την ξυπολιά. Τα γουρνοτσάρουχα τα ονομάζανε και «πίγκες». Τα γουρνοτσάρουχα χρησιμοποιήθηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον τελευταίο Εμφύλιο Πόλεμο.

Μετά το 1821 φέρνανε στα παζάρια ουγγαρέζικα δέρματα, πετσιά, σε πλατιές λωρίδες, σε κομμάτια διπλωμένα σε διπλές φασκιές, ίσαμε το μάκρος του ποδιού. Αφού διπλώνανε τα πόδια με χοντρά πορπόδια, πάνω από τα τσουράπια και, όπως λέγανε, «πετούσανε!

Αρχικά τα τσαρούχια τα έφκιαναν μοναχοί τους. αργότερα γίνανε μαστόροι γι’ αυτή την δουλειά που τους λέγανε τσαρουχάδες. Σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας απαντώνται επώνυμα που προήλθαν από το επάγγελμα του τσαρουχά: Τσαρούχας, Τσαρουχάς, Τσαρούχης, Τσαρουχίδης, Τσαρουχόπουλος, Τσαρουχάκης, Τσαρούχογλου κ.ά.

Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΓΟΥΡΝΟΤΣΑΡΟΥΧΑ

Κάποτε σε μια κουβέντα που γινότανε σε κάποιο χωριό, μολογάγανε για τους αφορισμούς. Στην παρέα ήτανε και ο παπάς του χωριού. Λέει ο παπάς, όταν γίνεται αφορισμός σε κάποιον άνθρωπο, όταν πεθάνει και τον θάψουνε, το σώμα του δεν λιώνει ποτέ. Τότενες πετάγεται και ένας που φόρηγε τσαρούχια και λέει του παπά: «Παπά μου, δεν αφορίζεις και τα τσαρούχια μου να μην λιώσουνε ποτές!»

Οι πιο πλούσιοι κορόιδευαν τους φτωχούς που φορήγανε τσαρούχια και τους έλεγαν γουρνοπόδαρους. Οι παλαιότεροι λέγανε προς εκείνον που πάγαινε για δουλειά! «Τράβα δούλεψε σ’ όποιον φορεί παπούτσια για να ιδείς στα πόδια σου κι εσύ τσαρούχια!»

Θυμάμαι σε μια συζήτηση ένας που παρίστανε τον νεόπλουτο, του λέγει ένας συγχωριανός του: "Τι τάχα κοκορεύεσαι, με γουρνοτσάρουχα σε πήγαμε γαμπρό!"


Εκτύπωση   Email

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Free Joomla! templates by Engine Templates