Καλώς ορίσατε στην αρχαιότερη ιστοσελίδα της Ηλείας, στο Αντρώνι και στην Ορεινή Ηλεία.

Είναι οι κατάφυτες διαδρομές μέσα στις βελανιδιές και στα πλατάνια στο κέντρο της Κάπελης με τις απόκρημνες πλαγιές, τα σκιερά φαράγγια με τις πολλές σπηλιές, τους καταρράκτες, τους νερόμυλους και τις νεροτριβές, με τις δροσερές πηγές και τα καθαρά ποτάμια... Με τα πετρόχτιστα σπίτια, τα νόστιμα φαγητά και το καλό κρασί, τα αρχοντικά γλέντια και τους φιλόξενους κατοίκους.

ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΣΤΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ 1821-1826 

 

Κατά την Παλιγγενεσία του 1821, στα παράλια της Ηλείας καταγράφονται δύο ναυμαχίες μεταξύ του Ελληνικού και Τουρκικού στόλου. Η πρώτη έγινε στις 30 Σεπτεμβρίου 1821 ανοικτά του Κατακώλου και του ακρωτηρίου Κάβο Πάπα και η δεύτερη στις 24 - 25 Νοεμβρίου 1825, ανοικτά της Γλαρέντζας (σημ. Κυλλήνης). Ακόμη σε μια εμπλοκή στις 18 Ιανουαρίου 1826, αναφέρεται η πυρπόληση τουρκικής φρεγάδας.

Πηγή: "Τα πολεμικά γεγονότα στην Ηλεία κατά την εθνεγερσία του 1821" - Βιβλίο από τους Η.Τουτούνη – Κ. Παπαντωνόπουλο.

Ναυμαχία στο Κατάκωλο και στον Κάβο Πάπα 30 Σεπτεμβρίου 1821

Τον Σεπτέμβριο του 1821 ο ναύαρχος[1] Καρά Αλής[2], επικεφαλής της τουρκικής αρμάδας με πλοία του τουρκικού και Αιγυπτιακού στόλου, υπό τον Ισμαήλ Γιβραλτάρ, αγκυροβόλησε στην τουρκοκρατούμενη Πάτρα, αποβιβάζοντας 2.000 Αλβανούς. Στην συνέχεια τροφοδότησε τα κάστρα του Ρίου, Αντιρρίου και Ναυπάκτου και μετά εισέρχεται στον Κορινθιακό κόλπο και πραγματοποιεί απόβαση στην Βοστίτσα (σημ. Αίγιο). Τα ελληνικά και τουρκικά πολεμικά πλοία βρέθηκαν αντιμέτωπα στον κόλπο του Κατακώλου.

Μεταξύ των Ελλήνων πλοιάρχων βρίσκεται ο Ανδρέας Μιαούλης[3], μία από τις σημαντικότερες μορφές της Επανάστασης του 1821, με τον Σαχίνη, Ραφαλιά, τον Σπετσιώτη Νικόλαο Μπόταση και τον Ηλία Θερμισιώτη[4].

Στη ναυμαχία που έγινε στον κόλπο του Κατακώλου, κοντά στις εκβολές του Αλφειού ποταμού, ενεπλάκησαν 12 ελληνικά πλοία και 11 βαριά εξοπλισμένα τουρκικά πλοία. Όταν άρχισε η άνιση σύρραξη, η υπεροπλία των τουρκικών πολεμικών πλοίων, με τους καταιγιστικούς κανονιοβολισμούς, έφεραν σε δύσκολη θέση τις ελληνικές δυνάμεις.

Με βάση από τις καταγραφές, ο Σπετσιώτης Νικόλαος Μπότασης πραγματοποίησε έναν ευφυή ναυτικό ελιγμό επιχειρώντας να διασπάσει τα τουρκικά πλοία. Οι Τούρκοι πλοίαρχοι πίστεψαν ότι ελληνικό πλοίο, που κατευθυνόταν εναντίον τους για να τους εμβολίσει ή και να ήταν πυρπολικό και ετράπησαν σε φυγή. Μάλιστα, ο Μπότασης για να δημιουργήσει προπέτασμα καπνού, πυρπόλησε μία λέμβο γεμάτη από εύφλεκτες ύλες και έτσι έδωσε την ευκαιρία στα ελληνικά πλοία να διαφύγουν από τον κλοιό μ’ ασφάλεια.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης, στον Β΄ τόμο της «Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως» μεταξύ άλλων αναφέρει για τις αψιμαχίες και την ναυμαχία του Κατακώλου και Κάβο Πάπα:

“…Ευδοκίμησεν ο στόλος εν τω περίπλω τούτω, διότι και τα φρούρια Μοθώνης και Κορώνης επεσίτισε, και τα εκτός της Κορώνης και των Πατρών ελληνικά στρατόπεδα φανείς διέλυσε, και όλην την εν τω κορινθιακώ κόλπω ελληνικήν ναυτικήν δύναμιν, την ενοχλούσαν τα εκεί φρούρια, κατέστρεψεν. Ο κύριος σκοπός του ήτον να διευκολύνη την μετάβασιν των τουρκικών στρατευμάτων από της αντικρύ στερεάς εις Πελοπόννησον· αλλ’ η εκστρατεία εματαιώθη εν τη μάχη των Βασιλικών· διά την αιτίαν ταύτην και διά την προσεγγίζουσαν ώραν του χειμώνος, καθ’ ην οι απειροθάλασσοι Τούρκοι αγαπούν να διαχειμάζωσιν εντός ασφαλών λιμένων, ο στόλος, σύρων και τα εν τω Γαλαξειδίω αλωθέντα πλοία, απέπλευσε των Πατρών, και την 24, 25, και 26 κατέπλευσεν όλος πάλιν εις τον λιμένα της Ζακύνθου, όπου αι ουδέτεραι Αρχαί τον εδέχθησαν ως και την πρώτην φοράν ευμενέστατα.

Εν ώ δε ο εχθρικός στόλος διέπλεε την ελληνικήν θάλασσαν και κατέστρεφεν, ο ελληνικός διέμενεν άπλους. Τα πλοία, ως ιδιόστολα, ήσαν δικαίω τω λόγω και δυσκίνητα, αλλ’ ο μέγας κίνδυνος της πατρίδος έπεισε και ταύτην την φοράν τους γενναίους νησιώτας εις νέας χρηματικάς καταβολάς, δι’ ων εφοδιασθέντα 35 εξέπλευσαν προς τα δυτικά της Πελοποννήσου εις συνάντησιν των εχθρικών· συνεξέπλευσε κατά πρώτην φοράν και ο Ανδρέας Βώκος, ο και Μιαούλης ως απλούς πλοίαρχος. Ολίγον διέμεινεν ο εχθρικός στόλος εν Ζακύνθω, και απέπλευσε διευθυνόμενος εις Κωνσταντινούπολιν καθ’ όν καιρόν έπλεε προς τον κορινθιακόν κόλπον ο ελληνικός. Αφιχθέντος δε τούτου εκτός της Ζακύνθου, έστειλαν οι αρχηγοί αξιωματικόν εις το υγειονομείον ίνα μάθη τι περί του εχθρικού· αλλ’ αι Αρχαί απέπεμψαν τον αποσταλέντα εχθρωδώς απαγορεύσασαι αυτώ πάσαν συνέντευξιν μετά των επί ξηράς και πάσαν αγοράν. Η διαγωγή αύτη της αγγλοϊονικής κυβερνήσεως ήτο φανερά παράβασις της ουδετερότητας, ην επηγγέλλετο. Αφού εδέχθη δις ολόκληρον οθωμανικόν στόλον, πώς απέπεμπε μίαν ελληνικήν λέμβον; Πλέων δε ο ελληνικός μεταξύ Ζακύνθου και Κεφαλληνίας έμαθεν ό,τι επεθύμει παρά τινων θαλασσοπορούντων και εστράφη προς τας Σπέτσας και την Ύδραν υποπτεύσας μη ο εχθρικός τας προσβάλη επί του διάπλου. Αλλ’ ούτος ηύρε τόσω σφοδράν αντίπνοιαν έξωθεν των μεσσηνιακών φρουρίων, ώστε ηναγκάσθη να ποδίση προς την Ζάκυνθον. Εξ αιτίας δε της ανεμοζάλης απεμακρύνθη έν δικάταρτον αλγερινόν 20 κανονίων, και εμπεσόν εις τον ελληνικόν στόλον, και πολεμούμενον πανταχόθεν, αντέστη κατ’ αρχάς γενναίως, αλλά μη βλέπον τρόπον σωτηρίας και καταδιωκόμενον υπό των πλοίων του Σαχίνη και του Ραφαλιά ερρίφθη προς τα νότεια της Ζακύνθου εις τόπον λεγόμενον Υψόλιθρον, σχεδόν ημίκαυστον και εσυντρίβη· 20 των ναυτών του εφονεύθησαν και επληγώθησαν, και 40 αβλαβείς διεσώθησαν. Ανεφέραμεν ήδη πόσον ανεφλέχθη το πνεύμα των Επταννησίων αρξαμένου του ελληνικού αγώνος· δεν ίσχυσαν δε να σβέσωσι τον υπέρ αυτού ενθουσιασμόν των ούτε ο ανυπόκριτος φιλοτουρκισμός ούτε η σιδηρά χειρ του τότε μεγάλου αρμοστού Θωμά Μαιτλάνδου, αξίου ανδρός, αλλά τόσον δεσποτικού, ώστε αυτοί οι συμπατριώται του τον παρονόμαζαν Σουλτάν – Θωμάν (King Tom). Εις μάτην ο αρμοστής ούτος εκήρυττεν ουδετερότητα και επηγρύπνει εις την μη παράβασίν της υπέρ των Ελλήνων· εις μάτην εδήμευεν υπάρχοντα και κατεδίκαζεν εις αειφυγίαν· οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι και τας προκηρύξεις του εποδοπάτουν, και τας ποινάς του ωλιγώρουν, και τας απειλάς του εχλεύαζαν, και τον ελληνικόν αγώνα υπεστήριζαν διά παντός τρόπου και δι’ αυτών των επ’ εκκλησίας πανδήμων δεήσεων υπό τον βροντώδη ήχον των κωδώνων εις επήκοον της δυσμενούς Αρχής.

Τούτων ούτως εχόντων, εύκολον είναι να συμπεράνη τις πόσον εξήφθη ο φύσει ενθουσιώδης λαός της Ζακύνθου, ότε είδεν όχι μόνον την εθνικήν του σημαίαν κυματίζουσαν, αλλά και τον τυραννούμενον αδελφόν του μαστίζοντα κατά τον Υψόλιθρον τον αλλογενή και αλλόπιστον τύραννόν του. Χωρία ολόκληρα εκενώθησαν, και οι κάτοικοι των έτρεξαν ένοπλοι όπου έπεσε το τουρκικόν πλοίον· έτρεξαν συγχρόνως εις τον αυτόν τόπον και 20 στρατιώται Άγγλοι προς διατήρησιν των υγειονομικών διατάξεων. Μεγάλη λογομαχία επήλθε κατ’ αρχάς μεταξύ του Άγγλου αξιωματικού καί τινών εκ των χωρικών. Επροσπάθει ο αξιωματικός να τους επαναγάγη εις τα χωρία των· αλλά μη εισακουόμενος εκτύπησεν ένα δι’ ης εβάσταζεν ιππομάστιγος. Εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι ευερέθιστοι χωρικοί να τουφεκίσωσι την φρουράν, εσκότωσαν ένα στρατιώτην, επλήγωσαν δύο και τον αξιωματικόν· τους αντετουφέκισε και η φρουρά· αλλ’ ο μικρός αριθμός της ήτον ανίκανος ν’ αντισταθή μέχρι πολλού προς τον μέγαν αριθμόν των χωρικών· διά τούτο υπεχώρησεν εις τους πλησίον πύργους· αλλά και εκεί την εκτύπησαν την νύκτα οι χωρικοί.

Εν ώ δε τοιαύτα συνέβαιναν επί της ακτής της Ζακύνθου, πλοία του προς την Ύδραν και Σπέτσας πλέοντος ελληνικού στόλου έπεσαν υπό το σκότος της νυκτός εις το μέσον του εχθρικού μεταξύ Ζακύνθου και Γλαρέντσας και εκινδύνευσαν. Αλλά παρευρεθείς ο Μιαούλης εφάνη αυτοφυής ναύαρχος· έφερε τα πλοία όσον εδύνατο πλησιέστερον της πελοποννησιακής ξηράς, διέταξε να παραπλέωσι, και τοιουτοτρόπως τα μεγαλόσωμα εχθρικά, μη δυνάμενα να πλεύσωσιν εις ολιγοβαθή νερά, εκανονοβόλουν μακρόθεν όλον το νυχθήμερον επί ματαίω. Την δε επελθούσαν νύκτα διεξέπλευσαν τα ελληνικά σώα· μόνον το του Θεοδωρή Γ. Μέξη καθήσαν, εκυρίευσαν οι εχθροί και έσβεσαν ην άναψαν φλόγα οι ναύται του αποβάντες όλοι αβλαβείς εις την ξηράν...”

Την σύγκρουση στον Κυπαρισσιακό κόλπο[5] περιγράφει στα «Σπετσιώτικα» ο Χατζή Αναργύρου ως εξής: “…τη δε 30 αυτού του μηνός, αποσπασθέντων δύω Οθωμανικών εκ της ομάδος των, μεταξύ Κατακώλου και της νήσου Πρώτης, ώρμησαν δώδεκα εκ των Ελληνικών πλοίων τα πλησιέστερα, ίνα κατακαύσωσιν, άλλ’ πήλθε γαλήνη, τα δε προς το πέλαγος Οθωμανικά σκάφη συνιστάμενα εκ τεσσάρων δικρότων, δύω φρεγατών και υπέρ των εβδομήκοντα ετέρων διαφόρου δυνάμεως πλοίων, έχοντα πελάγιον ούριον άνεμον, έσπευσαν επί τω προηγηθέντι κανονιοβολισμώ των συναδέλφων των επί τούτω προκαλούντων την επικουρίαν των να απέλθωσι και προσβάλωσι συσσωματωθείσαν την Ελληνικήν δύναμιν εκ του συστάδην, επιβρέχοντα μάλιστα δια μηχανών τα ιστία των προς ταχυπλοΐαν. Άλλ’ οι Έλληνες αντιπολεμούντες, εσυστρέφοντο επιτηδείως καθ’ όλην την έκτασιν της εν Κυπαρισσία και Ήλιδι παραλίας μέχρι της άκρας Ιχθύος (σημ. Κατακώλου), όπου ευρέθησαν χάρις δε ιαμίτητι (προφaνώς Ετοιμότητι) των πλοιάρχων και τη ταχυπλοΐα των σκαφών, αντέκρουσαν επιτυχώς την έφοδον, οι δε Τούρκοι εβιάσθησαν ν’ απομακρυνθώσι πτοηθέντες μη προσκρούσωσιν εις τα ρηχέα των υδάτων και απολεσθώσιν…”

Με αυτόν τον τρόπο τα ελληνικά πλοία αν και λιγότερα απέφυγαν τον κίνδυνο της καταστροφής, πλην του μπρικίου των Σπετσών «Θεμιστοκλή», ιδιοκτησίας του Χατζή – Ιωάννη Μέξη, “…όπερ αντί να μένη σταθερώς κανονιοβολούν και παραπλέον ως τα λοιπά…” έριξε άγκυρα στο Κατάκωλο. Τούτο εγκαταλείφθηκε από τους ναύτες του, οι οποίοι βγήκαν στην στεριά με τις βάρκες τους. όπως αναφέρει ο Ανδρέας Χαζή – Αναργύρου “…μετά καιρόν δε, επί τη δυσμοίρω του παθήματος τούτου αγγελία εις Σπέτσας, ανεβόησεν ο κύριος ιδιοκτήτης αυτού πάππος δ’ εμός εκ μητρός. Εχάθη ένα παληκάρι να βάλη πυρ εις την πυριταποθήκην να καή και να μη περιπέση εις χείρας των Τούρκων…”

Η ναυμαχία του Κατακώλου ήταν και η τελευταία πολεμική αναμέτρηση, μεταξύ Ηλείων και Τούρκων στην Ηλεία, κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης του 1821.

 

Ναυμαχία ανοικτά της Γλαρέντζας (Κυλλήνης) Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 1825

Στις 6 Νοεμβρίου 1825 μια τεράστια Οθωμανική αρμάδα, προερχόμενη από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, εμφανίσθηκε στα παράλια της Δυτικής Πελοποννήσου, με κατεύθυνση προς το Μεσολόγγι.

Η αρμάδα αποτελούταν από 31 τουρκικά πολεμικά, 5 από την Αλγερία, 4 από την Τρίπολη της Λιβύης, 25 από την Αίγυπτο[6], 12 κουρσάρικα αιγυπτιακά, 10 αιγυπτιακά πυρπολικά και 42 μεταγωγικά. Μετά από λίγες ημέρες από την εμφάνιση της Οθωμανικής αρμάδας κατέπλευσε έξω από το Μεσολόγγι η Υδραίικη Μοίρα υπό την αρχηγία του Ανδρέα Μιαούλη, ο οποίος επέβαινε στο πλοίο των Τομπάζηδων το «Θεμιστοκλής» γιατί το δικό του πλοίο «Άρης» είχε υποστεί σοβαρές ζημιές μετά από σύγκρουση με άλλο και είχε καταπλεύσει στην Ύδρα για επισκευή. Η Υδραίικη Μοίρα διέθετε 2 τρικάταρτες κορβέτες και 25 δικάταρτα μπρίκια και γολέτες. Ήδη από την πρώτη ημέρα που συναντήθηκαν οι δυο αντίπαλοι στόλοι μέχρι την 24ην Νοεμβρίου προηγήθηκαν πολλές αψιμαχίες, χωρίς να υπάρξει κάποια σοβαρή και αποφασιστική αναμέτρηση μεταξύ των.

Στις 24 Νοεμβρίου τα ελληνικά πλοία παραπλέοντα στις ακτές της Γλαρέντζας (Κυλλήνης), άκουσαν πυροβολισμούς από την πλευρά της Γλαρέντζας[7].

Απόσπασμα από το ημερολόγιο του Ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη:[8]

“Οι δύο ενάντιοι στόλι από το πρωί έστεκαν έτοιμοι εις ναυμαχίαν μεταξύ Κάβο – Πάπα και Γλαρέντζας. Περί την 3 ώραν της ημέρας ημείς δια να έχωμεν τον καιρόν βοηθητικόν, ήλθομεν εις καλητέραν θέσιν όπισθεν της Γλαρέντζας προς Μεσημβρίαν, προσμένοντες τον εχθρόν. Αυτός μας ηκουλούθησεν εις αρκετόν διάστημα, πλην με την υπεροχήν της δυνάμεώς του και συνοδευόμενος από τα πυρπολικά του και το ατμοκίνητον δεν ετόλμησε να έλθη ουδέ τότε εις συμπλοκήν, άλλ’ όταν ημείς διευθύνθημεν εναντίον του περί το μεσημέρι, έκλινεν εις φυγήν, και η επισυμβάσα γαλήνη μας εμπόδισε να τον κτυπήσωμεν. Προς το εσπέρας με ούριον άνεμον ωρμήσαμεν κατά του εχθρού. Κατ’ ολίγον εκτάνθημεν εις γραμμήν και προχωρούντες τον εκτυπήσαμεν σχεδόν από όλα τα μέρη. Πρώτη η δεξιά πτέρυξ του εχθρού ετράπη. Η αριστερά ήρχετο ως εις κύκλωσίν μας, άλλ’ όταν και το κέντρον, όπου ήσαν παρατεταγμένα τα χοντρότερα κομμάτια, ετράπη ομοίως, τότε περί την 3 ώραν της νυκτός όλος ο εχθρικός στόλος εδόθη εις φυγήν προς τον κόλπον. Εν τούτοις το πυρπολικόν του Κων. Θεοδωράκη Θεοφάνους [Βόκοι], διώκων την δεξιάν πτέρυγα, εβγήκεν εις το μέσον του εχθρού κτυπώμενον πανταχόθεν, και επειδή τέλος εσυγκρούσθη με μίαν φεύγουσαν φρεγάταν, συμπεραίνομεν ότι εβυθίσθη, ως αδύνατον. Ο γενναίος και επιτήδειος καπετάνος του, πληγωθείς βαρέως έπεσεν εις τη θάλασσαν πριν ανάψη το πυρπολικόν, ώστε με θλίψιν υποπτευόμεθα τον χαμόν του. Η δε βάρκα διεσώθη με τους λοιπούς ναύτας.”

Απόσπασμα από το ημερολόγιο της κορβέτας «Αθηνά» του Γεωργίου Σαχτούρη:

“Νοεμβρίου 24, Ζάκυνθος, Γλαρέντζα.

Εξημερώθημεν με ολίγον αεράκι πλησίον Σκρόφες, και η ρότα μας κατά την νήσον Ζακύνθου και αυτό εμετεχειρίσθημεν δια την είδησιν όπου, η κορβέτα Ιγγλέζικη χθες μας έδωσεν δια τα καράβια Σπετζωτών, μήπως και τα ίδωμεν και ανταμώσωμεν, όπου με μεγάλον πόθον τα προσμένομεν. Προς τας ώρας 2 ½ ειδόθη ο εχθρικός στόλος κατά τον κάβο Πάπα, και οδηγείται με την ρόταν μας. Όλην την ημέραν και όλην την νύκτα απεράσαμεν εν ησυχία, με μεγάλην γαλήνην, και επεριφερόμεθα μέσον Ζακύνθου και Γλαρέντζας”

“Νοεμβρίου 25, Τετράδη, κάβος Γλαρέντζας

Εξημερώθημεν πλησίον Γλαρέντζας με ολίγον των στερεών αεράκι. Είδομεν πάλι την Τουρκικήν αρμάδα κατά τον κάβο Πάπα. Προς τας ώρας 3 της ημέρας εζυγώσαμεν υποκάτω της Γλαρέντζας και επήραμεν την βόλταν μας, συγχρόνως ο Αντιναύαρχος μας έρριξεν την πασαράν του και επήγεν έξω δια να μάθη καμμίαν είδησιν. Εις το αναμεταξύ, οπού ο Αντιναύαρχος μας ήτον έξω ομού και άλλες ιδικές μας φελούκαις, ακούονται πολλαίς ντουφεκιαίς, ημείς όμως το καράβι δεν ημπορούσαμεν να διακρίνωμεν το τι άρα να ήτον. Εστοχαζόμεθα υπέρ το πλείστον να ήτον Ρωμιοί και να έκαναν φέστα, κ’ αυτοί τα ανάπαλιν: ήτον Τούρκοι και επολεμούσαν αδιακόπως ταις φελούκαις μας.

Πολλαίς ψυχαίς χριστιανών εκινδύνευσαν να αιχμαλωτισθούν, και έκλαιγον και εφώναζαν βοήθεια. Εκεί ήτον και επτά καΐκια Ζακύνθια, επίτηδες δια να γλυτώσουν ψυχαίς, πλην δια την υπερβολικήν ψιλήν φωτιάν των Τούρκων δεν αποκοτούσαν να ζυγώσουν. Αι φελούκαις μας άρχισαν και αυταί να κτυπούν τους Τούρκους έτσι έλαβαν καιρόν τα καΐκια και εφόρτωσαν πολλά γυναικόπεδα ομού και άνδρας. Ο Αντιναύαρχός μας εγλύτωσεν υπέρ τους 50 με την σκαμπαβίαν του, και τους έβανεν μέσα εις τα καΐκια και έπειτα ήλθεν εις το καράβι μας, αι δε άλλαις φελούκαις έμειναν ακόμη έξω και επολεμούσαν. Οι Τούρκοι τους έρρικταν ουχί μόνον ντουφεκιαίς, αλλά και κανονιαίς του κάμπου. Ήθελαν σχεδόν όλοι οι ιδικοί μας νε εβγούν να τους κυνηγήσουν τους Τούρκους, μα δεν τους εβόλεσεν, επειδή και ο Τουρκικός στόλος επλησίαζεν και με βίαν μάλιστα του βαρβάρου. Δεν του έφθανεν ένας τοιούτος στόλος από 75 φρεγάδαις και βρίκια κατ’ επάνω μας, αλλά έφερε μαζύ του (σήμερον μόνον το είδομεν) και ένα ατμοκίνητον πλοίον.

Εις τας ώρας 4 ο Ναύαρχος έκαμεν σενιάλον όλαις αι βάρκες οπού ήτον έξω, να έλθουν εις τα πλοία τους, και εις τας 4½ επήραμεν την βόλταν μας κατά την Ζάκυνθον, και ανοίγοντας πολύ ολίγον πάλιν τα εγυρίσαμεν δια Γλαρέντζαν. Και εδεκεί απεράσαμεν όλην την ημέραν υποκάτω και σιμά του κάστρου της Γλαρέντζας. Εκεί είδαμεν, οι Τούρκοι της στεριάς να έβαλαν φωτιά και εκατάκαιγαν τα μαγαζιά της Γλαρέντζας, η δε αρμάδα τους απλωμένη όλη έμπρισθέν μας, έως τριών κανονιών τόπον διάστημα, και μερικά ήτον και κοντήτερα πλησίον της Ιθάκης. Μάλιστα έπιασαν και ένα καΐκι Ζακύνθιον και το έφεραν μαζύ τους, δεν ηξεύρωμεν αν και ήτον άδειον, ή είχεν από τους χριστιανούς μέσα και τους επήγαινεν εις τα νησιά.

Προς τας ώρας 11 το αεράκι ολίγον, πλην πρίμο δια ημάς, και επρολάβαμεν να έχωμεν το σοβράνο, και αμέσως αυτήν την ώραν, ο Ναύαρχος έκαμεν σινιάλον να ετοιμασθώμεν εις πόλεμον, και να γυρίσωμεν κατά τον εχθρικόν στόλον. Και παράυτα ημείς το εμεταχειριστήκαμε, καθώς και όλα τα πλοία μας.

Προς τας 11½ ώρας τα εζυγώσαμεν, αρχίσαμεν τον πόλεμον πεισματώδη και εκτυπηθήκαμε δια 1½ ώραν, ω του θαύματος, δια του Υψίστου Θεού! Μία αρμάδα τόσον τρομακτική, και ημείς ολιγώτατοι, επόδισαν με όσα πανιά ημπορούσαν και έφευγαν κατά τον κάβο Πάπα. Τους επήγαμεν έως μισήν ώραν εξοπίσω τους, πλην όντας νύκτα και σκότος, ετραβηχθήκαμεν και επαύσαμεν να πολεμούμεν. Εις το αναμεταξύ του πολέμου και σκότους της νυκτός, ολίγον έλειψε να χαλασθώμεν: ο καπ. Λάζαρος Παναγιώτας έρχεται να πέση επάνω μας, και με την εππιτηδειότητά του ο Αντιναύαρχός μας και ογληγοράδα των ανθρώπων του το εξέφυγεν, τσακίζοντάς μας μόνον το μπαστούνι το κόντρα.

Ακουλούθησεν και άλλο συμβεβηκός, οπού αφού επαύσαμεν τον πόλεμον το εμάθαμεν και μας ελύπησε μεγάλως, δηλαδή, πολεμώντας έτρεξεν το μπουρλότον του καπ. Θεοδωράκη Θεοφάνη επάνω εις τα Τούρκικα, μήπως και ευτυχήση να καύση καμμίαν φρεγάδα, και τον είδαμεν να εζύγωσεν και αυτός να κολλήση. Τον άρχισαν κανονιές και άπειρη λιανή φωτιά, μπάλα θε να έκοψεν το σχοινίον της φελούκας του (ή πως αλλέως εστάθη, αγνοούμεν) και ευρέθη μεμακρυσμένη από το πλοίον με όλους τους ανθρώπους, αφήνοντας μέσα εις το μπουρλότο μόνον το καπετάνιον και έφυγαν.

Το αυτό μπουρλότο δεν εκάηκε και εστοχαζόμεθα το τι να έγεινεν, και ενθυμώντας να μην μας το έπιασαν οι Τούρκοι μας επίκραινεν εώς θανάτου, τόσον δια τον καπετάνιον, καθώς και δια το μπουρλότον, το καλλιώτερον, να μας τον πιάσουν οι Τούρκοι ζωντανόν!

Επαρηγορούμεθα όμως στοχαζόμενοι ότι οι Τούρκοι με φόβον έφευγον, και βέβαια δεν είχον καιρόν να το πάρουν, άλλ’ ούτε δια υποψίας καμίας μηχανικής, έτσι εύκολα επλησίαζαν. Λοιπόν περισσότερον εκρίναμεν ότι το άφησαν, και ότι να έμεινεν μοναχόν. Οθεν και απεφάσισεν ο Αντιναύαρχός μας, αγκαλά και τα Τουρκικά πλησίον και με ένα πλήθος φανάρια έτρεχον την ρόταν τους, να τα γυρίσωμεν και να υπάγωμεν γυρεύοντάς το. Και συγχρόνως του αυτού στοχασμού, μας εζύγωσεν και ο Ναύαρχος με τον οποίο συνομιλώντες δια την υπόθεσιν του ειρημένου μπουρλότου, αμφότεροι αποφασίσαμεν και τα εγυρίσαμεν να υπάγωμεν γυρεύοντάς το. Και κατά τύχην, αφού τα εγυρίσαμεν, απέρασεν από κοντά μας το μπουρλότο, ο καπ. Μανώλης, τον οποίο ερωτήσαμεεν και μας είπεν, ότι να του εμφανίσθη ως ένα καράβι κατά εκείθεν όπου ετραβούσαμεν, και να πηγαίνωμεν όλο έναν δρόμον και θέλει το επιτύχωμεν. Η νύχτα όμως σκοτεινή, και έως εις τα μεσάνυκτα δεν ημπορέσαμεν να το ιδώμεν. Από τα μεσάνυκτα επήρεν αέρας σοροκολεβάντες δυνατός, και ρεγολάροντες τα πανιά μας πάλιν εγυρίζαμεν μήπως το ιδώμεν, πλην ματαίως εκοπιάσαμεν. Όθεν και με κακοκαιρίαν και με αέρα απεράσαμεν αυτήν τη νύκτα”.

Οι Υδραίοι, αφού αποχώρησαν, το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου, έφθασαν στην Ύδρα. Ταυτόχρονα η Σπετσιώτικη Μοίρα, αποτελούμενη από 17 πλοία, άφηνε το Αιγαίο και έπλεε στο Ιόνιο πέλαγος με πορεία προς βορρά. Το ασυντόνιστο των προσπαθειών στην θάλασσα, όπως άλλωστε συνέβαινε και στις επιχειρήσεις της ξηράς, έκαμε ακόμη πιο δύσκολο τον Αγώνα για την Ελευθερία.

Πυρπόληση τουρκικής φρεγάδας ανοικτά των Ηλειακών ακτών Ιανουάριος 1826

Πριν τις 18 Ιανουαρίου 1826, ελληνικές ναυτικές δυνάμεις συνεπλάκησαν ανοικτά των ακτών της Ηλείας με 14 εχθρικά πλοία. Με επιστολή του στις 24 Ιανουαρίου 1826, προς την Διοίκηση, ο Γεώργιος Σισίνης αναφέρεται στο επεισόδιο της πυρπόλησης της τουρκικής φρεγάδας:[9]

“…Μετά δύο ώρας έφθασαν άλλα γράμματα από την Ζάκυνθον, και αμέσως εγύρισα τον πεζόν οπίσω, με τον οποίον σας στέλνω και τα νέα, οπού από εκεί μου γράφουν, από όσους είχεν η εχθρική φριγάδα όλοι εχάθησαν και μόνον τριάντα ευγήκαν εις Πάπα, εξ ων οι μεν δέκα έφυγον κρυφίως εις τας Πάτρας, οι δε άλλοι είκοσι ελήφθησαν από τους εκεί εδικούς μας, τους οποίους εσκότωσαν και μόνο έξι άφησαν ζωντανούς…”

Για την καμένη φρεγάδα αναφέρει επιστολή από την Ζάκυνθο που βρίσκεται στα Γ.Α.Κ. Αρχείο Γιάννη Διακογιάννη, Φακ. 17, αριθμός εγγράφου 97:

“…18 Ιανουαρίου Ζάκυνθος νέον δεν έχομεν ειμή την μάχην οπού έκαμαν τα εδικά μας καράβια με 14 εχθρικά φριγοδοκόρβετα. Έκαψαν μίαν τζοφριγάδα, έπεσεν ένα κορβέτο εις την ξηράν, οπού οι ίδιοι το έξαψαν και ένα μπουρλότο Τούρκικον επήραν ζωντανό”.

Οι ελαιογραφίες με τα ιστιοφόρα είναι του αείμνηστου συμμαθητή μου στο Π.Ν. Αγγελή Κορρού (1954-2021)

 Υποσηνειώσεις:

[1] Ο τουρκικός στόλος, με επικεφαλής τον Καρά Αλή, έχει βρει ασφαλές ορμητήριο για τις επιδρομές του στη Ζάκυνθο. Τα Επτάνησα αγγλοκρατούνται, αλλά οι Άγγλοι είναι ολοφάνερα εχθρικοί απέναντι στους έλληνες επαναστάτες και βοηθούν απροκάλυπτα τους Τούρκους. Ο Καρά Αλής μπαινοβγαίνει όποτε θέλει με τον στόλο του στο λιμάνι της Ζακύνθου, συναντιέται με τον άγγλο διοικητή του νησιού Ζακ Ανκί, ενώ τροφοδοτείται συστηματικά με τρόφιμα, νερό και μπαρούτι. Από τη Ζάκυνθο έφυγε ο στόλος που ρήμαξε το Γαλαξίδι και το Αίγιο κι εκεί πάλι επέστρεψε για τροφοδοσία στις 27 Σεπτεμβρίου του 1821. Ο ελληνικός στόλος, υπό τον Ανδρέα Μιαούλη, προσπάθησε κι αυτός να μπει στη Ζάκυνθο, αλλά οι Άγγλοι το απαγόρευσαν.

[2] Καρά Αλής (1778 – 1822). Τούρκος ναύαρχος κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Το 1821 ως αρχηγός ισχυρότατης μοίρας έπλευσε εναντίον των Ελλήνων, αφού προηγουμένως διέταξε τη σφαγή όλων των χριστιανών αξιωματικών του στόλου. Ενίσχυσε τις φρουρές των νησιών του Αιγαίου και τα φρούρια της Μεθώνης και Κορώνης. Το 1822 στις παραμονές του Πάσχα έπλευσε με 46 πλοία και 7.000 άντρες εναντίον της Χίου. Μετά την αποβίβασή τους στο νησί, οι Τούρκοι έσπευσαν να πυρπολήσουν την πόλη και τα γύρω χωριά και να κατασφάξουν τους κατοίκους τους. Στις 6 Ιουλίου 1822 ο Κωνσταντίνος Κανάρης επιτέθηκε με το πυρπολικό του στην τουρκική ναυαρχίδα του Kαρά Αλή, ο οποίος σκοτώθηκε από φλεγόμενο ξάρτι ενώ προσπαθούσε να διαφύγει με τη βάρκα του. Για να εκδικηθούν τον θάνατό του, έσφαξαν την ίδια μέρα πολλούς κατοίκους στα Μαστιχοχώρια, ολοκληρώνοντας έτσι την καταστροφή του νησιού.

[3] Ο Ανδρέας Μιαούλης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1769. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ανδρέας Βώκος. Από μικρός ασχολήθηκε με το ναυτικό επάγγελμα και σε ηλικία μόλις 16 ετών έγινε κυβερνήτης του οικογενειακού εμπορικού πλοίου. Στην Επανάσταση του 1821 ορίστηκε συναρχηγός της Υδραίικης ναυτικής μοίρας μαζί με τον Ιάκωβο Τομπάζη και τον επόμενο χρόνο τον διαδέχτηκε στην αρχηγία του Στόλου. Το 1822 ανδραγάθησε στην Πάτρα και εμπόδισε τον ανεφοδιασμό των πολιορκημένων Τούρκων στο Ναύπλιο. Τον ίδιο χρόνο κατάφερε να σπάσει τον τουρκικό αποκλεισμό και να ενισχύσει με στρατό και τρόφιμα το πολιορκημένο Μεσολόγγι. Το 1823 κατατρόπωσε τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και το 1824 στη ναυμαχία του Γέροντα. Το 1825 εμπόδισε τον ανεφοδιασμό του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και κατέφερε πλήγματα εναντίον του αιγυπτιακού στόλου στη Μεθώνη. Πέθανε στην Αθήνα το 1835.

[4] Ο Ηλίας Θερμησιώτης γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1788 από γονείς μέτοικους από τη Θερμησία της Ερμιονίδας, εξ’ ου και το επίθετο Θερμη­σιώτης. Ο Ηλίας, γνώστης της ναυτικής τέχνης από μικρός, έμαθε γράμματα, ασχολήθηκε με το εμπόριο και πολύ νέος έγινε πλοίαρχος.

Σημαντική και συνεχής υπήρξε και η συμμετοχή του στους ναυτικούς αγώνες της περιόδου, και συγκεκριμένα – πέραν του ναυτικού αποκλεισμού της Μονεμβασιάς- πήρε μέρος ως καπετάνιος του ιδιόκτητου πλοίου του Αχιλλεύς σε όλες σχεδόν τις ναυμαχίες και επιχειρήσεις που συμμετείχε η σπετσιώτικη μοίρα κατά την περίοδο 1821-1826, καταγράφοντας μία εντυπωσιακή πολεμική παρουσία στη θάλασσα. Μεταξύ των άλλων συμμετείχε και στην επιχείρηση του Κατακώλου – Κάβο Πάπα τον Σεπτέμβριο του 1821.

[5] Κυριακόπουλος Γρηγ. Κωνσταντίνος, «Ο Πύργος και η Ηλεία στην επανάσταση και στα χρόνια του Καποδίστρια», σελ. 252, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας 2003.

[6] Αξιοσημείωτη είναι και η ύπαρξη αιγυπτιακών πυρπολικών στην σύνθεση του Οθωμανικού στόλου. Οι Γάλλοι εκπαιδευτές του αιγυπτιακού στόλου είχαν εκπαιδεύσει τα αιγυπτιακά πληρώματα όχι μόνον στην χρήση των πυρπολικών αλλά και στην ψύχραιμη αντιμετώπιση των αντιστοίχων ελληνικών.

[7] Ηλειακή πρωτοχρονιά- ηλειακό πανόραμα 14, άρθρο του Ιωάννη Παλούμπη, «Μια ναυμαχία στα ανοικτά της Ηλείας (1825)», σελ. 226, εκδόσεις Βιβλιοπανόραμα Αμαλιάδα 2014.

[8] «Ο Φίλος του Νόμου», αριθμός 167, 11 Δεκεμβρίου 1825.

[9] Κυριακόπουλος Γρηγ. Κωνσταντίνος, «Ο Πύργος και η Ηλεία στην επανάσταση και στα χρόνια του Καποδίστρια», σελ. 612, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας 2003.


Εκτύπωση   Email

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Free Joomla! templates by Engine Templates