Καλώς ορίσατε στην αρχαιότερη ιστοσελίδα της Ηλείας, στο Αντρώνι και στην Ορεινή Ηλεία.

Είναι οι κατάφυτες διαδρομές μέσα στις βελανιδιές και στα πλατάνια στο κέντρο της Κάπελης με τις απόκρημνες πλαγιές, τα σκιερά φαράγγια με τις πολλές σπηλιές, τους καταρράκτες, τους νερόμυλους και τις νεροτριβές, με τις δροσερές πηγές και τα καθαρά ποτάμια... Με τα πετρόχτιστα σπίτια, τα νόστιμα φαγητά και το καλό κρασί, τα αρχοντικά γλέντια και τους φιλόξενους κατοίκους.

ΤΟ ΠΕΤΑΛΩΜΑ

ΤΟ ΠΕΤΑΛΩΜΑ-ΚΑΛΙΓΩΜΑ «ΟΙ ΑΛΜΠΑΝΙΔΕΣ» στην Ορεινή Τριφυλία, εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ  ΠΙΠΗ comianos.wordpress.com | Komianos's Blog

Άρθρο του Ηλία Τουτούνη συγγραφέα – λαογράφου

Η εργασία του πεταλωτή αφορούσε τη διαδικασία τοποθέτησης ή αντικατάστασης πετάλων στις οπλές των αλόγων, ώστε να μην φθείρονται τα πέλματα και πονούν τα ζώα. Το πετάλωμα γίνονταν κάθε τρεις ή έξι μήνες.

Την διαδικασία του πεταλώματος, την πραγματοποιούσε ο πεταλωτής ή αλμπάνης, λέξη προερχόμενη από την τουρκική λέξη nalbant, αλμπάνης = πεταλωτής ή καλιγωτής, και αυτή προερχόμενη από το λατινικό calliga, το μεσαιωνικό καλίγιον που σημαίνει υπόδημα, όπου τα καλίκια ήσαν ξύλινα πέδιλα, ιδίως γυναικεία.

Ο πεταλωτής έδενε το άλογο από το καπίστρι κοντά σ’ ένα χαλκά, που ήταν στερεωμένος στον τοίχο ή το έδενε από κάποιο στύλο (παλούκι). Μετά έπιανε ένα – ένα τα πόδια του αλόγου και τα σήκωνε προς τα πίσω, σχηματίζοντας ορθή γωνία σε σχήμα «Γ». Στη συνέχεια έπιανε την οπλή (χοντρό και σκληρό νύχι που περιβάλλει το μοναδικό δάκτυλο) του αλόγου σε κάθε πόδι και με την βοήθεια της τανάλιας αφαιρούσε (ξεκαλίγωνε – ξεπετάλωνε) τα παλιά αλογόκαρφα (πεταλόκαρφα) και το παλιό πέταλο.

Μετά, με μεγάλη προσοχή, περιποιούταν το κάθε πόδι του ζώου κόβοντας τα νύχια με το σατράτσι, που ήταν ένα μαχαίρι σε σχήμα μικρού ελαφρώς κυρτού τσεκουριού. Μ’ αυτό έκοβε την οπλή (νύχι) του ζώου από κάτω, έτσι ώστε να την φέρει στα ίσια. Μετά με την ράσπα την λιμάριζε για να γίνει ευθεία και λεία. Στην συνέχεια τοποθετούσε το καινούργιο και ανάλογο πέταλο και το ζέσταινε και το κάρφωνε προσέχοντας ώστε το καρφί να μπει στο ξερό μέρος του ποδιού για να μην πληγωθεί το ζώο, κάρφωνε με τα ειδικά καρφιά (καρφοπέταλα).

Τα πέταλα ήταν σιδερένια σε διάφορα μεγέθη και κατασκευάζονταν χειροποίητα με φωτιά και στην συνέχεια τους έδιναν το ανάλογο σχήμα χτυπώντας αυτά επάνω στο αμόνι.

Υπήρχαν δύο ειδών πέταλα, αυτά ήσαν οι πλάκες ή πλακουδέρες, ελληνικής προέλευσης που ήταν σαν πλάκα και κάλυπταν όλη την οπλή του αλόγου που κάλυπταν όλη την επιφάνεια του νυχιού και με αυτά καλίγωναν κυρίως τα μεγαλόσωμα Κυπραίικα γαϊδούρια και τα μουλάρια. Άλλο πέταλο ήταν τα γερμανικά που ήσαν ημικυκλικά, δηλαδή τα καμπυλωτά, που εφάπτονταν στην εξωτερική επιφάνεια κατά τις τρεις πλευρές, μ’ αυτά καλίγωναν τ’ άλογα και χρησιμοποιούνταν πιο πολύ διότι αερίζονταν το νύχι του αλόγου στο εσωτερικό μέρος και είχε μεγαλύτερο πάχος προστασίας από τα ελληνικά. Το κάθε πέταλο είχε έξι ή οχτώ υποδοχές για τα καρφιά, τρεις – τέσσερις στην αριστερά και άλλες τόσες στη δεξιά πλευρά του νυχιού, ώστε από εκεί να περάσουν τα καρφοπέταλα και να φθάσουν στο νύχι.

Τα καρφιά είχαν μεγάλο και πολυγωνικό κεφάλι, ώστε να προεξέχουν από την επιφάνεια του πετάλου, για να μη γλιστράει και ν’ αγκιστρώνεται στις πέτρες. Αυτό γινόταν για να μπορεί να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του, κυρίως όταν φορτώνονταν με βαρύ φορτίο, και τέλος για να διατηρεί την ισορροπία του.

Ο πεταλωτής κυρίως πρόσεχε καρφώνοντας τα καρφιά να μην τρυπήσουν το κρέας του αλόγου και το τραυματίσουν. Έπειτα επειδή ήταν μεγάλα τα καρφιά και έβγαιναν έξω από το νύχι τα έκοβαν με τη ράσπα (τανάλια) ή τα λιμάριζαν με τη λίμα. Τέλος έπαιρναν την ράσπα και έξυναν το νύχι προσαρμόζοντάς το στην περίμετρο του πετάλου. Υπήρχε και ένας δεύτερος τρόπος πεταλώματος που χρησιμοποιούνταν πιο παλιά. Ζέσταιναν το πέταλο και το προσάρμοζαν ζεστό στο νύχι του αλόγου. Αυτός ο τρόπος ήταν πιο επώδυνος για το ζώο και χρησιμοποιούσαν τα γερμανικά πέταλα.

Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου ή τουλάχιστον στα δύο μπροστινά, επίσης όταν για κάποιο λόγο το άλογο έχανε ένα πέταλο τότε έπρεπε να αναπληρωθεί από κάποιο νέο. Ακόμη αν ο ιδιοκτήτης του ζώου αντιλαμβάνονταν ότι το ζώο κουτσαίνει, λόγω του πεταλώματος, ίσως το καρφί να εφαπτόταν με κόκκαλο ή το δέρμα του ζώου και με την πίεση το ενοχλούσε, τότε το πήγαινε στον πεταλωτή για να ελέγξει ή και ξανά πεταλώσει το πόδι που το ενοχλούσε το πέταλο.

Επίσης στα γερμανικά πέταλα πολλές φορές σφήνωναν πέτρες και ήσαν ενοχλητικές στο ζώο και επικίνδυνες για την περπατησιά του. Αυτές συνήθως τις αφαιρούσε ο ιδιοκτήτης και δεν χρειάζονταν γνώσεις ειδικού για την αφαίρεσή της από το πέταλο.

Το σύνολο των εργαλείων που χρησιμοποιούσε ο πεταλωτής, με μια λέξη τα ονόμαζαν καλιγοσφύρια, και αυτά ήσαν το σφυρί, το ξύλινο σφυρί (ματσόλα), η τανάλια, το σατράτσι, η ράσπα, το αμόνι, η βαριοπούλα, η τσιμπίδα, το κοπίδι κ. ά. και μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται τα πέταλα και τα καρφιά που ήσαν αναλώσιμα εργαλεία.

Στην Πηνεία (περιοχή του νομού Ηλείας) οι παμπόνηροι πηνειώτες αλογοκλέφτες, κατά παράδοση, πετάλωναν ανάποδα τα πόδια των αλόγων για να αποπροσανατολίζουν τους διώκτες τους. Αυτή η τακτική του ανάποδου πεταλώματος νομίζω ότι είναι δεν αληθεύει, διότι κάποιος που έκλεβε ένα άλογο, δεν είχε τον χρόνο να το καλιγώσει ανάποδα, ο χρόνος αρπαγής και μετακίνησης ήταν πολύτιμος και δεν πιστεύω ότι θα καθυστερούσαν καθόλου.

Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές, μια και ήταν απαραίτητοι, αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο για τις δουλειές του, όπως το άλογο, το γαϊδούρι ή και το μουλάρι. Υπήρχαν δύο ειδών πεταλωτές, οι πλανόδιοι, μεταφέροντας τ’ ανάλογα εργαλεία μέσα σε ειδικό σακίδιο, που περιφέρονταν στα χωριά, και οι σταθεροί, οι οποίοι διατηρούσαν δικά τους εργαστήρια, τα γνωστά πεταλωτήρια ή καλιγωτήρια.

Το επάγγελμα του πεταλωτή δεν ήταν ιδιαίτερα επικερδές γι’ αυτό, οι πεταλωτές, κατ’ ανάγκη προσπαθούσαν να το συνδυάζουν και με άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα, ώστε να μπορούν να συμπληρώσουν το εισόδημά τους, ενώ κάποιοι από αυτούς ήσαν και σαμαρτζήδες, επίσης κατασκεύαζαν και επισκεύαζαν χαλινάρια, καπιστράνες, κολάνια, ζωστήρες κ.ά. Πολλοί εξ αυτών ήταν και πρακτικοί κτηνίατροι ή αναλάμβαναν και τον ευνουχισμό (μουνούχισμα) των ζώων.

Άρα ο πεταλωτής, που λεγόταν και «αλμπάνης» ή «καλιγωτής» ήταν πολύ απαραίτητος στην κοινωνία.

Με την βιομηχανοποίηση και την κατάργηση των υποζυγίων μαζί τους χάθηκαν και τα πεταλωτήρια, τα σαμαρτζίδικα κι άλλα εργαστήρια εκείνα που από πολύ παλαιά είχαν ακμάσει και θρέψει ολόκληρες γενεές.

Έτσι, σιγά-σιγά ένα βιοποριστικό παραδοσιακό επάγγελμα βουλιάζοντας θα σβήσει και θα ξεχαστεί, αφού οι αλμπάνηδες, οι μάρτυρες εκείνοι της πολυπρόσωπης χειρωνακτικής μας τέχνης όλο και περισσότερο σπανίζουν.

Τα παλιά φθαρμένα πέταλα δεν τα πετούσαν, όταν έπεφταν από το ζώο ή όταν τ’ άλλαζαν, τα έδιναν στους χαλκιάδες (σιδεράδες) και τα ανακύκλωναν. Πολλές φορές τα πέταλα τα έχτιζαν στα ισόγεια σπίτια και αποθήκες στο ύψος του ενός μέτρου περίπου με την κούρμπα του πετάλου να προεξέχει προς τα έξω, όπου επάνω σ’ αυτή έδεναν με σχοινί τα ζώα. Επίσης το πέταλο το θεωρούσαν ως γουρλίδικο μέταλλο και πολλές φορές το κρεμούσαν πάνω από την πόρτα του σπιτιού, της αποθήκης και του στάβλου για γούρι.

Το πέταλο που βρίσκει κάποιος στον δρόμο το κρεμούσε πάνω από την πόρτα με την καμάρα προς τα κάτω συμβολίζει την καλοτυχία και την σιδερένια υγεία, επίσης λέγεται ότι εξασφαλίζει οικογενειακή ευημερία και προστασία, από την κακοβουλία (οι απόψεις διίστανται για το πού θα πρέπει να κοιτάζει το ανοικτό του μέρος).

Στην λαογραφία μας απαντάται ευρέως η χρήση του πετάλου, ως προφυλακτικού μέσου από την βασκανία (κακού ματιού, ευταρμού κ. ά.). με αυτή την σημασία κρεμιέται ως αντιβασκανικό και τοποθετείται υπό μαίας στο προσκέφαλο του βρέφους και στην οσφύ της λεχώνας. Τέλος δια την διάσωση της παραγωγής μιας καλλιέργειας από κάποια καταστροφή, αυτή προλαμβάνεται εάν στην γιορτή του Γενεσίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου που εορτάζει στις 24 Ιουνίου, ο ενδιαφερόμενος αγρότης θάψει τρία πέταλα εντός του καλλιεργουμένου αγρού.

Σε μαγικούς παπύρους απαντάται μαρτυρίες περί χρήσης του πετάλου (χρυσό, αργυρό, μολύβδινο, σιδηρούν, και κασσιτέρινο) σε φυλαχτάρια από δαίμονες και φαντάσματα και σε μαγικές πράξεις, ως εργαλείο αποδιώξης αυτών. Στους βυζαντινούς χρόνους το χρησιμοποιούσαν ως κατάδεσμο για κάποια αρρώστια.

Από αυτό το επάγγελμά, πολλοί τεχνίτες έλαβαν και το επώνυμο τους, όπως Πεταλωτής, Αλμπάνης, Αλμπανίδης, Αλμπανόπουλος, Αλμπανάκης, Καλιγόπουλος, Καλιγάρης, Καλίγης, Καλιγωνίδης, Καλιγάκος, κ.ά.

Η δημοτική μας μούσα ενέπλεξε στα τραγούδια της και το καλίγωμα:

«Νύχτα σελλώνει το άλογο, νύχτα το καλιγώνει,

νύχτα περνάει τον Ρουφιά, το φοβερό ποτάμι..»

«…και καλιγώνει το φαρί το Γρίβιο άλογό του

βάνει καλίγια ολόχρυσα καρφιά μαλαματένια…»

Παροιμίες και παροιμιώδεις εκφράσεις:

Αυτή θέλει καλίγωμα!

Καλιγώνει μουλάρα στον ανήφορο.

Καλιγώνει το ψύλλο στον αέρα.

Καλιγώνει τον Διάβολο στον ανήφορο.

Κατά τον μάστορα και το καλίγι.

Μια στο καρφί, μια στο πέταλο.

Ο διάβολος καλιγώνει τ’ άλογα δίχως καλιγοσφύρια.

Ο σφάρδακλας άκουσε πως πεταλώνουν τ’ άλογα και σήκωσε κι ευτούνος το πόδι του.

Όποιος λυπάται το καρφί, χάνει και το πέταλο!

Πάει σαν ξεκαλίγωτο μουλάρι.

Πάει σαν ξεκαλίγωτος!

Σελώνω καλιγώνω ήλιος ξαστεριά και σαν καβαλικέψω ήλιος και βροχή.

Σου πήρε ο Διάβολος τα καλιγοσφύρια.

Το καλιγωμένο το άλογο την πέτρα δεν φοβάται.

Του άλλαξε τα πέταλα.

Του πήρε ο Διάβολος τα καλιγοσφύρια!

Φώτο Ηλίας Τουτούνης και από το διαδίκτυο


Εκτύπωση   Email

Κεντρική Σελίδα

Ο Τόπος μας

Παράδοση

Πολυμέσα

Ιστορία

Αναδημοσιεύσεις

Free Joomla! templates by Engine Templates